Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Στις «Ναυτικές Δυνάμεις» (ΗΠΑ, Βρετανία, Ισραήλ) δίνουν την Κύπρο Τσίπρας και Κοτζιάς

Του Δημήτρη Γεωργόπουλου

Την οργανική ενότητα της επίθεσης κατά, και του προγράμματος καταστροφής/υποδούλωσης του ελληνικού λαού και στην Ελλάδα (με οικονομικά μέσα) και στην Κύπρο (με γεωπολιτικά), επιχειρεί να αναδείξει το νέο βιβλίο του δημοσιογράφου Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου «Η Κύπρος στο Στόχαστρο» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ινφογνώμων.

Ο συγγραφέας υπογραμμίζει μάλιστα ότι, τόσο το σχέδιο Ανάν για την Κύπρο (βάση των συνομιλιών της Γενεύης για το Κυπριακό), όσο και η Δανειακή Σύμβαση της Ελλάδας συνετάγησαν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο του Λονδίνου! Κάνει,δε, λόγο για «κυπριακό γεωπολιτικό πείραμα» που έρχεται ως συνέχεια και ολοκλήρωση του «ελληνικού οικονομικού πειράματος».

Το βιβλίο προλογίζουν ο Μίκης Θεοδωράκης (που κάνει και μια δραματική, προσωπική έκκληση στον Τσίπρα να μην κάνει πράξεις που κινδυνεύουν να θεωρηθούν προδοτικές) και ο πρέσβης Θέμος Στοφορόπουλος. Το βιβλίο αρχίζει με μια γνωμάτευση του διαπρεπούς συνταγματολόγου Γιώργου Κασιμάτη για τον παράνομο και πραξικοπηματικό χαρακτήρα της Διάσκεψης της Γενεύης που δεν τερματίσθηκε οριστικά, αλλά μόνο προσωρινά (και με «απώλειες» για την κρατική υπόσταση της Κύπρου), και παραμένει ως Δαμόκλειος Σπάθη πάνω από το κυπριακό κράτος.

Η πρωτοτυπία της ανάλυσης του συγγραφέα έγκειται στο ότι αντιμετωπίζει το Κυπριακό όχι μόνο ως ελληνοτουρκική διένεξη, αλλά και ως «κρυμμένο», όπως ο ίδιος το χαρακτηρίζει, «αποικιακό πρόβλημα».

Δεν υπάρχει ούτε μία πιθανότητα στο εκατομμύριο, υποστηρίζει ο Κωνσταντακόπουλος, η Δυτική Αυτοκρατορία να επιτρέψει την μετατροπή της Κύπρου σε τουρκικό προτεκτοράτο, λόγω της παγκόσμιας στρατηγικής σημασίας του νησιού. Ο διεθνής, δυτικός παράγων θέλει το νησί αποικία, αλλά το θέλει δική του αποικία, δυτικό προτεκτοράτο, και για να το πετύχει αυτό έβαλε την Τουρκία στην κυπριακή εξίσωση το 1955 και την ενεθάρρυνε να εισβάλει στην Κύπρο το 1974, απαγορεύοντάς της όμως να καταλάβει όλο το νησί.

 Η στάση της ελληνικής κυβέρνησης

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η τωρινή πολιτική της Αθήνας στο Κυπριακό έρχεται ως φυσιολογικό συμπλήρωμα και αποτέλεσμα της πολιτικής της στο θέμα των δανειακών και των μνημονίων, δηλαδή της απόφασής της να μην προετοιμαστεί και να μην δώσει τον αγώνα αποκατάστασης της ελληνικής ανεξαρτησίας και δημοκρατίας, όπως υποσχέθηκαν τα κυβερνώντα κόμματα.

Η ελληνική κυβέρνηση, υπενθυμίζει ο συγγραφέας, προσπάθησε να στηριχτεί στις ΗΠΑ και τους συμμάχους της, για να «μαλακώσει» κάπως την επιθετικότητα του Βερολίνου και των πιστωτών, με αποτέλεσμα το φιάσκο και την ταπεινωτική συνθηκολόγηση του Ιουλίου 2015, για την οποία, μας θυμίζει, ευχαρίστησε δημοσίως την αμερικανική κυβέρνηση ο αντιπρόεδρος Δραγασάκης, όπως είχε πράξει και ο Σημίτης στην κρίση των Ιμίων. Όπως παρατηρεί σαρκαστικά ο συγγραφέας, «χρειαζόμαστε βοήθεια ακόμα και για να παραδοθούμε».

Σήμερα, η Αθήνα, έχοντας ήδη παραιτηθεί από την προσπάθεια ανατροπής του νεοαποικιακού καθεστώτος, στηρίζεται πάλι στις ΗΠΑ και τους συμμάχους τους για να «απαλύνει» κάπως τη στάση των «πιστωτών» και ιδίως του Βερολίνου απέναντί της και να αποσπάσει κάποια ρύθμιση για το χρέος, υπενθυμίζει ο συγγραφέας. Για τον λόγο αυτό, τονίζει, Ουάσιγκτον και Λονδίνο θεωρούν ότι η κατάσταση αυτή προσφέρει μια «χρυσή ευκαιρία», για να αποσπάσουν τη συγκατάθεση της Αθήνας στην ουσιαστική κατάργηση του κυπριακού κράτους και την απόσπαση εκ νέου του πλήρους ελέγχου του νησιού, κάτι που επιχειρούν αδιαλείπτως από το 1960.

Πολύ περισσότερο όταν, σημειώνει ο συγγραφέας, υπάρχει και η ταυτόχρονη ευνοϊκή συγκυρία της παρουσίας Αναστασιάδη στη Λευκωσία, που συχνά και δικαιολογημένα κατηγορείται για όσα κάνει, μόνο που δεν τα κάνει μόνος του. Ο γνωστός ρόλος του Αναστασιάδη τον καθιστά και χρήσιμο «αλεξικέραυνο» για να συγκαλύπτονται οι ευθύνες της Αθήνας και της ηγεσίας του ΑΚΕΛ, χωρίς τη συνεργασία των οποίων θα ήταν απλώς αδύνατο στον Κύπριο Πρόεδρο να κάνει οτιδήποτε.

Η «Αυτοκρατορία», υποστηρίζει ο Κωνσταντακόπουλος, αφού απέσπασε την ελληνική κρατική κυριαρχία σε θέματα οικονομικής πολιτικής, αφού δημιούργησε έναν μηχανισμό υφαρπαγής της ελληνικής δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας, αφού άρπαξε τις κυπριακές τράπεζες, τα οικονομικά μέσα της κυπριακής Εκκλησίας και κατέφερε βαρύ πλήγμα στο συνεργατικό κίνημα του νησιού, επιχειρεί τώρα να αποσπάσει τον σκληρό πυρήνα των στοιχείων εθνικής ισχύος και κρατικής κυριαρχίας του ελληνικού λαού. Και ιδίως το τεράστιο, κολοσσιαίας σημασίας «χαρτί» της παρουσίας των Ελλήνων στην Κύπρο και του κράτους που νόμιμα διαθέτουν σε ένα νησί ανυπέρβλητης, παγκόσμιας στρατηγικής σημασίας!

Στη γνωμάτευση του, ο εγκυρότερος, εν ζωή σήμερα, Έλληνας συνταγματολόγος, ο καθηγητής Γιώργος Κασιμάτης, επίτιμος Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Συνταγματικού Δικαίου, τονίζει τον παράνομο χαρακτήρα της Διάσκεψης της Γενεύης και της συμμετοχής σε αυτήν της ελληνικής και της κυπριακής κυβέρνησης, που δεν είναι, όπως εξηγεί ο συγγραφέας, παρά πραξικοπηματική υφαρπαγή της ύψιστης συντακτικής εξουσίας από τον κυπριακό λαό και απόδοσή της σε ξένες δυνάμεις, με τη συνδρομή των κυβερνήσεων Ελλάδας και Κύπρου. Στο βιβλίο παρατίθεται και η γνώμη του εν ενεργεία εφέτη Νικόλαου Σταυριανίδη που απευθύνει έκκληση στους Κυπρίους συναδέλφους του να εξετάσουν επειγόντως, όσο δηλαδή υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία, τη νομιμότητα των ενεργειών του Προέδρου Αναστασιάδη.

Σημειωτέον ότι αυτά είναι τα μόνα δύο δημοσιευμένα νομικά κείμενα για τη Διάσκεψη της Γενεύης, καθώς ούτε η κυβέρνηση της Αθήνας, ούτε αυτή της Λευκωσίας έχουν δώσει οποιαδήποτε εξήγηση γιατί αποδέχτηκαν αυτή τη Διάσκεψη ως μέθοδο «επίλυσης του Κυπριακού».

Στην πραγματικότητα είναι η Τουρκία που, υπερασπιζόμενη τις δικές της βλέψεις στην Κύπρο, όπως και η σύγκρουση Ερντογάν, Νετανιάχου και Τραμπ, υποστηρίζει ο Κωνσταντακόπουλος, που απέτρεψαν, μέχρι στιγμής, τον «αιφνίδιο θάνατο» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν είχε π.χ. πετύχει το πραξικόπημα κατά του Ερντογάν πέρυσι και είχε πάρει τη θέση του ένα ανδρείκελο τύπου Σίσι, δεν θα υπήρχε πιθανότατα σήμερα η Κυπριακή Δημοκρατία!

Ο γνωστός και πολύ μαχητικός Κύπριος δημοσιογράφος και σχολιαστής Λάζαρος Μαύρος, διαχρονική «συνείδηση» των Ελλήνων της Κύπρου, χαρακτήρισε το βιβλίο του Κωνσταντακόπουλου «ισοδύναμο» προς το «Ξύπνα Καημένε μου Ρωμιέ», τον ύμνο της κυπριακής αντιαποικιακής Επανάστασης του 1955-59.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι μοναδικός σκοπός για τον οποίο συγκλήθηκε η διάσκεψη της Γενεύης είναι η προκαταβολική ακύρωση της όποιας δυνατότητας του κυπριακού λαού να αποδοκιμάσει ξανά σε δημοψήφισμα ένα τερατώδες σχέδιο λύσης, όπως αυτό που απέρριψε το 2004, αλλά και να απομειωθούν έτι περαιτέρω τα υφιστάμενα σήμερα δικαιώματα της Κυπριακής Δημοκρατίας διεθνώς δια των υπογραφών Αναστασιάδη και Τσίπρα.

Εξετάζοντας λεπτομερώς τη δομή των προτάσεων για την Κύπρο τόσο της Αθήνας, όσο και της Λευκωσίας, ο Κωνσταντακόπουλος καταλήγει στο συμπέρασμα ότι μετατρέπουν το νησί, από τυπικά ανεξάρτητο, κυρίαρχο και δημοκρατικό κράτος σε Δικτατορία Ξένων, δεύτερο «δυτικό προτεκτοράτο», μετά την Ελλάδα, εντός της Ε.Ε., με βαρύνοντα ρόλο των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της «Αυτοκρατορίας του Χρήματος» στη διοίκησή του, χωρίς δικό του στρατό και υπό κυριαρχία «Διεθνούς Αστυνομικής Δύναμης».

Αυτό ονομάζει κανονικό και φυσιολογικό κράτος, κατά τρόπο μάλλον εμπνευσμένο από τον Όργουελ, ο Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, πρώην θεωρητικός και προπαγανδιστής του ΚΚΕ, πρώην θεωρητικός του «εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ» του Σημίτη και πρώην σύμβουλος του Γιώργου Παπανδρέου, όταν ήταν Υπουργός Εξωτερικών.

‘Όπως παρατηρεί ο συγγραφέας, θα τρίζουν σήμερα τα κόκαλα των οπαδών της ελληνικής αριστεράς που έδωσαν τη ζωή τους διαδηλώνοντας για την Κύπρο στη δεκαετία του 1950 ή του Ηλία Ηλιού, του Προέδρου της ΕΔΑ, που χαρακτήρισε ως Ανταλκίδειο Ειρήνη τις συμφωνίες του 1960, συμφωνίες που, όπως υποστηρίζει, ανέστησε εκ νεκρών για να νομιμοποιήσει τη Γενεύη η ελληνική διπλωματία (και τις εγγυήσεις μαζί τους, δήθεν για να τις καταργήσει).

Ο συγγραφέας τονίζει τον ασταθή χαρακτήρα της νέας υπό εκκόλαψη αποικίας, που νομικά θα είναι μια νέα Βοσνία, πρακτικά όμως θα κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να τιναχτεί στον αέρα όπως έγινε με τη Συρία.

Όλο αυτό γίνεται, υποστηρίζει ο Κωνσταντακόπουλος, με τη βοήθεια ενός ολόκληρου παραπλανητικού μηχανισμού που ελέγχει σχεδόν όλο το σύστημα «συμβατικής», αλλά συχνά και «εναλλακτικής» ενημέρωσης σε Ελλάδα και Κύπρο. Κατά τον συγγραφέα, το «Φτιάχνουμε κανονικό κράτος στην Κύπρο, διώχνουμε τα στρατεύματα και καταργούμε τις εγγυήσεις» είναι η τρίτη μεγάλη απάτη εις βάρος του ελληνικού λαού, μετά το «Λεφτά Υπάρχουν» και το «Σκίζουμε τα Μνημόνια».

Ο συγγραφέας εξετάζει στο βιβλίο του τη γεωπολιτική σημασία της Κύπρου, της Κρήτης και της μητροπολιτικής Ελλάδας, για να εξηγήσει γιατί το κυπριακό κράτος βρίσκεται στο στόχαστρο όχι μόνο τώρα, αλλά ακόμα και προτού δημιουργηθεί. Εντάσσει το Κυπριακό στην προετοιμασία ενός νέου μεγάλου πολέμου στη Μέση Ανατολή (μαζί με το βιαστικό πραξικόπημα στην Τουρκία και τις πρόωρες εκλογές στη Βρετανία, αποτυχημένη προσπάθεια να ανατραπεί ο Κόρμπιν από την ηγεσία του Εργατικού Κόμματος) και το συνδέει με τη νεοφιλελεύθερη, αντιευρωπαϊκή πολιτική της διαρκούς διεύρυνσης της Ε.Ε. και την εμφάνιση ισχυρών ολοκληρωτικών τάσεων στην Ένωση.

Το βιβλίο κάνει επίσης μια αναδρομή στον ρόλο που έπαιξε το Κυπριακό στην ανατροπή του Γεωργίου Παπανδρέου, στην επιβολή και στην πτώση της δικτατορίας του 1967 και στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό μετά το 1974, υπογραμμίζοντας ότι, γεωπολιτική συμπύκνωση του ελληνικού ζητήματος ανεξαρτησίας στο σύνολό του, η Κύπρος και το Κυπριακό, καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τη νεώτερη ελληνική πολιτική ιστορία και τις διεθνείς σχέσεις της χώρας.

Ο συγγραφέας απευθύνει έκκληση προς την ελληνική κυβέρνηση να αλλάξει άρδην πολιτική και να κόψει με το μαχαίρι τους παραλογισμούς στο Κυπριακό και την υποτέλεια που τη διακρίνει. Προειδοποιεί ότι, αν δεν γίνει αυτό, ή αν δεν υπάρξει εγκαίρως ικανή αντίσταση σε αυτά τα σχέδια, σε Ελλάδα και Κύπρο, εάν αύριο η Άγκυρα, με αυτή ή μια διαφορετική ηγεσία, συμφωνήσει και εφαρμοσθεί τελικά η κυοφορούμενη «λύση», τα ίδια μεν τα κυβερνώντα κόμματα στην Ελλάδα θα εξαφανιστούν, αλλά η ζημιά θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Στην κατάσταση που είναι σήμερα η Δημοκρατία στην Ελλάδα και η ίδια η χώρα, μια καταστροφή του κυπριακού ελληνισμού κινδυνεύει να αποβεί ένα «1974 από την ανάποδη», όπως υπογραμμίζει, δηλαδή μια χαριστική βολή για τον ελληνικό λαό στο σύνολό του.

 ΠΗΓΗ:https://www.e-dromos.gr

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΣΙΜΑΤΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ: "Συνταγματικά ΠΑΡΑΝΟΜΗ η Γενεύη"

  Όσοι συμμετέχουν προδίδουν την Κύπρο!


Ο καθηγητής Γιώργος Κασιμάτης αναλύει σύμφωνα πάντα με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, τους λόγους που καθιστούν ΠΑΡΑΝΟΜΗ την Πενταμερή Διάσκεψη της Γενεύης και ΠΑΡΑΝΟΜΗ οποιανδήποτε συζήτηση περί "διαίρεσης του Κράτους". Σε έναν ιδεατό κόσμο ο ίδιος μας ο Πρόεδρος (ως βασικός εκπρόσωπος της Κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας) θα έπρεπε πρώτος να την είχε απορρίψει ασυζητητί. 

Η ομιλία αυτή αποτελεί ένα θησαυρό με νομικά όπλα για την προάσπιση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τους πολίτες της με κάθε μέσο, όπου μόνο μια λαϊκή αντίδραση στην ΠΑΡΑΝΟΜΙΑ που συντελείται μπορεί να ακυρώσει όσα στήνονται στο παρασκήνιο. 

Σύμφωνα με τον καθηγητή, ο στόχος των ξένων παραμένει η κατάλυση της κυριαρχίας του Κράτους μας και η παράδοση της στους ξένους όπως έγινε και με την Ελλάδα και σε αυτό πρέπει να επικεντρωθεί και η αντίσταση μας, δηλαδή στην Κυριαρχία. 

Επειδή οι καιροί είναι χαλεποί, η παγίδα που ίσως θα στηθεί ίσως να αφορά την ΠΑΡΑΚΑΜΨΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑΤΟΣ με την αλλαγή του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Τα μάτια μας 14 λοιπόν.

* Συγγραφέας, 
Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου.


Από την εκδήλωση:
"Β΄ Διασκεπτική Συνάντηση για το Κυπριακό της Επιτροπής των Δέκα" Διοργανωτής: "Ιερά Μητρόπολις Πάφου"


Πάφος, 1 Ιουλίου 2017

Επίσης ο διακεκριμένος Έλληνας νομικός, πολιτειολόγος και πανεπιστημιακός, καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου  Γεώργιος Κασιμάτης  βρέθηκε στο στούντιο του farosonair.com, μιλώντας για τις εξελίξεις στο Κυπριακό




ΠΗΓΗ: www.grothia.tv, 
                  http://farosonair.com

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

«Όλη η Ελλάδα για τον Μίκη», την Κυριακή 9 Ιουλίου 2017 στο Θέατρο Γης, στη Θεσσαλονίκη

Μία ιστορική παράσταση /αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη 
Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Δάσους 2017.

Για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη 300 χορωδοί θα σχηματίσουν μία πελώρια χορωδία, η οποία με τη συνοδεία Συμφωνικής Μαντολινάτας θα αποδώσει μερικά από τα αριστουργήματα του μεγάλου μας δημιουργού.
Το αφιέρωμα στον χορωδιακό Μίκη Θεοδωράκη έκανε πρεμιέρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στις 6 και 7 Φεβρουαρίου 2017 με δύο αξέχαστες παραστάσεις, τα εισιτήρια των οποίων εξαντλήθηκαν σε λίγες ώρες.
Την ενορχήστρωση και τη μουσική διεύθυνση έχει αναλάβει ο μαέστρος Παναγής Μπαρμπάτης, το έργο του οποίου εξύμνησε ο Μίκης Θεοδωράκης.
Θα ακουστούν αποσπάσματα από τους κυριότερους ποιητικούς κύκλους που έχει μελοποιήσει ο μεγάλος μας συνθέτης. Μεταξύ άλλων: «Μικρές Κυκλάδες», «Άξιον Εστί», «Επιφάνια», «Όμορφη Πόλη», «Αρχιπέλαγος», «Πολιτεία», «Λιποτάκτες», «Χαιρετισμοί» και «Γειτονιά των Αγγέλων», όλα σε χορωδιακή διασκευή του Παναγή Μπαρμπάτη.
Εκτός από τους 300 χορωδούς και τη Συμφωνική Μαντολινάτα στην παράσταση συμμετέχουν οι λυρικοί καλλιτέχνες Τζίνα ΦωτεινοπούλουΕλένη ΒουδουράκηΑντώνης ΚορωναίοςΜπάμπης ΒελισσάριοςΠαντελής Κοντός και ο λαϊκός τραγουδιστής Γεράσιμος Ανδρεάτος.
Στα κείμενα του βραβευμένου συγγραφέα και ποιητή Γιώργου Μπλάνα, τα οποία γράφτηκαν για την παράσταση, ο Μίκης Θεοδωράκης, ως μουσική συνείδηση στο ξύπνημά της, συνομιλεί με την Ελλάδα κι ανακαλύπτει την απεραντοσύνη του προσώπου της, την πανάρχαια αίσθηση της γης και τ’ ουρανού και των ανθρώπων, που κλείνουν τα τραγούδια της. Και ορθώνεται και φτιάχνει ένα γιγάντιο τραγούδι με μυριάδες φωνές.
Η εκδήλωση αυτή γίνεται μετά από επιθυμία του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη.
Ώρα έναρξης: 21.30
Τιμές Εισιτηρίων:
Γενική είσοδος: 15€
Σπουδαστικά / Ανέργων: 10€
Πληροφορίες & Εισιτήρια: 211 1010050 / viva.gr, 11876, Seven Spots, Reload, Media Markt και όλα τα σημεία του δικτύου της viva.

Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΚΥΛΑΝΕ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ

Tης Αναστασίας Βούλγαρη
Με αφορμή την συναυλία στο Καλλιμάρμαρο



Κάποια γεγονότα στη ζωή δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Ένα από αυτά είναι η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο «Όλη Ελλάδα για τον Μίκη».
Συλλείτουργο χιλίων υπέροχων χορωδών σ’ ένα εκκλησίασμα πενήντα χιλιάδων. Γέμισε ο λαός το στάδιο και μαζί του χιλιάδες νέοι, μα κι ένας μικρούλης μόλις δύο μηνών, που παρακολουθούσε χαμογελαστός επί δυόμιση ώρες.
Ενώθηκαν οι φωνές μας, ενώθηκαν οι καρδιές μας με τα τραγούδια τού Μίκη· τα βγαλμένα από τα σπλάχνα της Ελλάδας, τα εμπνευσμένα από την ομορφιά της πατρίδας, από τους ανθρώπους της και την ιστορία της.
«Οι γενναίοι και οι τραγουδιστές ανήκουν στην απεραντοσύνη.
Η λύρα και το τόξο ανήκουν στην αιωνιότητα. Μαζί θα πορευτούμε στους αιώνες των Ελλήνων. Μαζί θα τραγουδάμε. Και ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία», γράφει ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας σε ένα από τα ποιητικά κείμενά του, που διαβάστηκαν εξαιρετικά από τον Γιάννη Στάνκογλου και την Ιωάννα Παππά.
Ποίηση και μουσική οι αρχέγονες ρίζες μας. Το έντεχνο-λαϊκό τραγούδι το παρόν μας. Το βυζαντινό μέλος, η παραδοσιακή και η λαϊκή μουσική που ενώνονται με τη λόγια μουσική και ποίηση και γίνονται η ιερή κληρονομιά τού έθνους. Ένας διαρκής μουσικός διάλογος ανάμεσα στον Μίκη και τους Έλληνες, από το 1960 μέχρι σήμερα. Οι ρίζες βαθαίνουν όσο τα τραγούδια τού Μίκη κυλάνε στις φλέβες μας.
Ο Μίκης μάς ξαναδίνει το νήμα μαζί με την ιερή παρακαταθήκη του αιώνιου σ’ αγαπώ. Να κρατήσουμε και πάλι το νήμα που αφήσαμε, για να βρούμε τον δρόμο μας. Τον δρόμο που αρνηθήκαμε και μεγάλωσαν τα δεινά μας. Να κοιταχτούμε στα μάτια, να ξαναβρούμε το μπόι μας και τον βηματισμό μας. Να υπάρξουμε ο ένας μέσα από τον άλλον, για να μη χαθούμε στην ερημιά, για να μη μας κουρσέψουν οι σύγχρονοι πειρατές…
Όλοι οι μουσικοί ήταν εξαιρετικοί, και ο Παναγής Μπαρμπάτης, ο οποίος είχε αναλάβει τη μουσική διεύθυνση και την ενορχήστρωση, άξιζε και με το παραπάνω τα «μπράβο» και τα «άξιος» που ακούγονταν από τις κερκίδες. Οι λυρικές τραγουδίστριες Τζίνα Φωτεινοπούλου και Ελένη Βουδουράκη, οι λυρικοί τραγουδιστές Αντώνης Κορωναίος, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός απέδωσαν θαυμάσια τη λυρική διάσταση των τραγουδιών, και ο Γεράσιμος Ανδρεάτος (δωρικός όπως πάντα) τραγούδησε ωραία τα λαϊκά τραγούδια.
Σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας η χαρά διαδεχόταν τη συγκίνηση και γινόταν πλατύ χαμόγελο και μεστό χειροκρότημα. «Σ’ ευχαριστούμε Μίκη!», «σ’ αγαπάμε!» φώναζε ο κόσμος. Σ’ ευχαριστούμε για τα τραγούδια, σ’ ευχαριστούμε που δεν μας εγκατέλειψες ποτέ, που είσαι όρθιος, που ακόμα κρατάς εκείνη την «τρεμόσβηστη σπίθα» που ανυψώνει την Ελλάδα, που ανυψώνει τον άνθρωπο, για να μπορεί να κοιτάζει ψηλά. Εκεί που κατοικούν η ομορφιά και τα υψηλά ιδανικά, και οι μεγάλες ιδέες διαλέγουν εκείνους που θα δώσουν πνοή στα όνειρα, καθώς θα χαράζουν τους φωτεινούς δρόμους του μέλλοντος.
Στο τέλος της συναυλίας, ο Μίκης διευθύνει την «Άρνηση» μ’ εκείνα τα χέρια φτερά, τα τόσο γνώριμα σε όλους μας και τόσο αγαπημένα. Ο Μίκης συγκινήθηκε και έκλαψε, μα όταν σηκώθηκε όρθιος χαμογελούσε.
Το μήνυμά του δύο λέξεις μόνο: «Σας αγαπώ». «Δυο λέξεις βάλσαμο στην ψυχή ενός λαού, που για ακόμη μια φορά στην μακραίωνη ιστορία του, βιώνει τη βαρβαρότητα», μου έγραψε ένας φίλος από την Κρήτη.
Η συναυλία τελείωσε, ο Μίκης αποχώρησε, τα φώτα του σταδίου άναψαν. Αδύνατον να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Πώς να χωρέσει μέσα σου τόσος λυρισμός, τόση ομορφιά, τόση αγάπη; Πώς να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα, όταν έχεις τραγουδήσει μαζί μ’ άλλους πενήντα χιλιάδες «πού να βρω την ψυχή μου / το τετράφυλλο δάκρυ»;
Αυτή η βραδιά θα παραμείνει μέσα μου για πάντα ζωντανή… και να, καθώς γράφω ακούω γύρω μου να τραγουδούν οι χορωδοί:

«Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο,
Τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πολυχρόνιος ημέρα-Υπερμάχω- Υπερμάχω».

ΠΗΓΗ:/www.e-dromos.gr

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΓΚΛΗΜΑ!



Σχολιάζοντας το άρθρο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης δεν θα επαναλάβω τις καίριες αναλύσεις του που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για μια ακόμα φορά απειλείται η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Υπάρχουν αρμοδιότεροι από μένα, όπως ο καθηγητής Γεώργιος Κασιμάτης, που θεωρεί ότι «η συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου στην Διάσκεψη αυτή συνιστά διεθνή αναγνώριση του λόγου τρίτων κρατών επί της Κύπρου» και γι’ αυτό την χαρακτηρίζει παράνομη και αντίθετη με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τα δε αποτελέσματά της άκυρα.

Εγώ θα σταθώ στη θέση και στον ρόλο της Ελλάδας μέσα στο πλαίσιο της σημερινής ιστορικής συγκυρίας, όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις (με πρώτες τις ΗΠΑ) για τις οποίες η διεξαγωγή πολεμικών επιθέσεων αποτελεί κύριο σκοπό τόσο για την οικονομική και κοινωνική τους ανάπτυξη όσο και για την ικανοποίηση της επιθετικής ψυχολογίας που διαμορφώνει ένα νέο είδος παλλαϊκού πανεθνικού ιμπεριαλισμού, πρωτοφανούς σε αγριότητα και κυνισμό.

Η Μέση Ανατολή υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ο βασικός στόχος των επιθετικών δυνάμεων, όχι μόνο για το πετρέλαιο αλλά και για άλλους γεωπολιτικούς λόγους με επίκεντρο τη διάλυση του αραβικού κόσμου στο σύνολό του και την τελική εξόντωση του Μωαμεθανισμού. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε από την εποχή του Νασερισμού, δηλαδή της προσπάθειας δημιουργίας ενός ενιαίου αραβικού κράτους, γεγονός που η Δύση θεώρησε ως την μεγαλύτερη απειλή στα συμφέροντά της. Και ξεκίνησε από τότε να οργανώνει μεθοδικά την αντιαραβική της εκστρατεία.

Η τακτική αυτή είχε ως συνέπεια την αφύπνιση των ριζοσπαστικών δυνάμεων του αραβικού κόσμου και την αυξανόμενη διαμόρφωση στην αρχή αμυντικής και στη συνέχεια επιθετικής τακτικής από την πλευρά των μουσουλμάνων με κορύφωση το Ισλαμικό Κράτος. Για να φτάσουμε στο στάδιο της εκδικητικής μανίας από μέρους των μωαμεθανών, περάσαμε διάφορα στάδια με τη δημιουργία εξτρεμιστικών οργανώσεων ξεκινώντας από την Παλαιστίνη και την στοχοποίηση του Ισραήλ, την μεταβολή του Λιβάνου σε πεδίο βολής φανατικών δυνάμεων και από τις δύο πλευρές, την μετατροπή του Ιράν σε θρησκευτικό κράτος με βασική ιδεολογία το μίσος εναντίον του δυτικού κόσμου και -το αποκορύφωμα- τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του Αφγανιστάν, του Ιράκ και της Συρίας παράλληλα με τις ισοπεδωτικές επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη. Ακολούθησε η επίθεση κατά της Λιβύης και η ουσιαστική της καταστροφή.

Το τελικό αποτέλεσμα έως σήμερα είναι η εξόντωση ενός σημαντικού μέρους των παραδοσιακών μουσουλμανικών δυνάμεων. Ιράκ, Λιβύη, Συρία αποτελούσαν τρεις ισχυρούς κρατικούς πυλώνες της αραβικής δύναμης. Έκτοτε, η συνειδητοποίηση της απώλειας αυτών των δυνάμεων λειτουργεί μέσα στον μουσουλμανικό χώρο ως ο κύριος στρατολόγος των πληγωμένων μωαμεθανών. Το μέγεθος της θυσίας όλων αυτών που ανατινάζονται φωνάζοντας το όνομα του Αλλάχ από τυφλή εκδικητική μανία θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε τους λόγους που τους οδήγησαν σ’ αυτές τις πράξεις. Συνήθως εμείς βλέπουμε μόνο τα θύματα. Αν εξετάζαμε με νηφαλιότητα και τους θύτες, τότε θα καταλήγαμε ασφαλώς στην διαπίστωση, ότι ίσως αυτοί οι θύτες να είναι μεγαλύτερα θύματα από τα δικά τους θύματα. Θύματα της νέας σταυροφορίας των Δυτικών δυνάμεων (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ) που όπως είδαμε, οι πολεμικές συρράξεις που προκαλούν, αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο για την ύπαρξή τους ως κορυφαίων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που διεκδικούν τον ρόλο των Αφεντικών του Κόσμου.

Η αξία των οπλικών συστημάτων (τόσο των επιτιθεμένων όσο και των αμυνομένων) κατά τη διάρκεια όλων αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων (στη Συρία δεν τελείωσαν ακόμα) θα πρέπει να υπολογιστεί σε τρισεκατομμύρια δολλάρια που εισπράχθηκαν από τα κρατικά ταμεία των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Γαλλίας σε μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια αυτά τα πλούσια Έθνη που παράγουν και εξάγουν τον ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ, έγιναν πλουσιότερα, ενώ για τους ηττημένους το τίμημα σε αίμα και καταστροφή είναι ανυπολόγιστο.

Μπορούμε να πούμε ότι εξαφανίστηκαν όχι μόνο ως κρατικές αλλά και ως εθνικές ενότητες. Έσβησαν από τον χάρτη ολόκληρες χώρες και λαοί, για να πλουτίσουν οι δήθεν πολιτισμένοι της Δύσης και να επιβεβαιώσουν την απόλυτη κυριαρχία τους, με πυλώνες την οικονομική και στρατιωτική παντοδυναμία τους.

Αυτή είναι η πεμπτουσία του σύγχρονου κόσμου και όλα τα υπόλοιπα έχουν δευτερεύουσα σημασία.

Μέσα σ’ αυτό το κάδρο των διεθνών σχέσεων και της νέας ισορροπίας δυνάμεων, η Ελλάδα και η Κύπρος πού τοποθετούνται;

Η άποψή μου είναι ότι το μοναδικό ενδιαφέρον που θα πρέπει να έχουν τα Επιτελεία των Ισχυρών Δυνάμεων για μας είναι βασικά γεωπολιτικό. Πλάι στα ονόματα των χωρών μας, οι υπερατλαντικοί επιτελείς θα έχουν σημειώσει ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτές τις δύο χώρες με την τόσο μεγάλη γεωστρατηγική σημασία και με τους τόσο απρόβλεπτους λαούς;».

Για να μιλήσω μετεωρολογικά, οι άνεμοι που φυσούν στην περιοχή μας ξεπερνούν τα δέκα μποφώρ. Φυσικά οι πιο πολλοί δεν έχουν την ίδια γνώμη με μένα. Αυτά τα περί πολεμικής βιομηχανίας, της εξαγωγής του μαύρου θανάτου και της γενικευμένης ευθύνης για τη συσσώρευση πλούτου με τίμημα τις σάρκες και το αίμα των ασθενέστερων λαών είναι σκέψεις εκτός του πλαισίου των αναλύσεων βάσει των οποίων καθορίζεται η τοποθέτησης του α και του β. Γιατί όμως; Δεν βλέπουν; Όταν τελείωσε η καταστροφή της Γιουγκοσλαυίας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, δημοσιεύθηκε ο εξής ισολογισμός: Από τη μια πλευρά τοποθετήθηκαν οι καταστροφές (εργοστάσια, γέφυρες, νοσοκομεία, σχολεία, νεκροί κλπ.) και από την άλλη τα κέρδη από την πώληση, αγορά και χρήση των όπλων ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλία, Γερμανία, Σουηδία κλπ. κέρδη σε δισεκατομμύρια δολλάρια.

Όμως με την Μέση Ανατολή δεν τελειώσαμε ακόμα. Μένει το Ιράν. Ο Κίσινγκερ δήλωσε ότι σε ένα πόλεμο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ κατά του Ιράν, προβλέπει εμπλοκή της Ρωσίας. «Τότε», είπε, «όταν η αρκούδα βγει από τη φωλιά της, θα την χτυπήσουμε με τα νέα μας όπλα και θα την διαλύσουμε».

Αναφέρθηκα στην Ρωσία. Κι εδώ θα πρέπει να προσθέσω, ότι είναι μέγα λάθος μας να την αγνοούμε. Ρωσία και Κίνα είναι αυτή τη στιγμή οι δύο βράχοι που εμποδίζουν τους Ισχυρούς να μεταβάλουν την γη σε ένα κολοσσιαίο Αρμαγεδώνα. Και πάλι επανερχόμαστε στον Πολιτισμό. Γίνεται ολοένα και πιο ευδιάκριτο το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθειά πολιτισμική αντίθεση. Ανάμεσα στον Πόλεμο και την Ειρήνη, το Χάος και την Αρμονία.

Προσωπικά θλίβομαι βαθύτατα να βλέπω τις κυρίαρχες χώρες του Δυτικού Πολιτισμού (που έχει τις ρίζες του στην Ελλάδα) να έχουν μεταλλαγεί σε Σταυροφόρους θανάτου. Όμως η πραγματικότητα με απομακρύνει από αυτή την ρομαντική αντιμετώπιση. Και θα ευχόμουν το μεγάλο βήμα κατά της πολεμικής βιομηχανίας και της εξαγωγής του Μαύρου Θανάτου να το έκαναν οι ίδιοι οι Λαοί των πλούσιων χωρών…

Δεν μπορώ όμως να κάθομαι ήσυχος με σταυρωμένα χέρια όταν βλέπω ότι αυτοί οι δήθεν φίλοι και σύμμαχοί μας δεν μας υπολογίζουν ως ομοίους τους (εννοώ την Ελλάδα και την Κύπρο). Τουναντίον μας υποτιμούν και μας θεωρούν χώρες σημαντικές μόνο και μόνο γιατί η γεωγραφική μας θέση μας τοποθετεί στο επίκεντρο των συμφερόντων τους.

Στην περίπτωση που θα θελήσουν να επιτεθούν στο Ιράν, η Κύπρος είναι απαραίτητη ως προωθημένη βάση εξόρμησης. Η Σούδα έπεται. Και γιατί η Κύπρος; Γιατί το Ιράν δεν είναι Ιράκ και για να κατακτηθεί χρειάζονται εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Θα χρειαστεί λοιπόν ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο, όπου θα στρατοπεδεύουν οι στρατιώτες και από κει μέσω Ιράκ στα σύνορα του Ιράν.

Στο πλαίσιο των απόψεών μου αυτών, θεωρώ ότι στην Γενεύη οι Αμερικανοί μαζεύουν γύρω από ένα τραπέζι τους υπάκουους υπηκόους τους για να στραγγαλίσουν τους απείθαρχους ελληνοκύπριους, να τους αφοπλίσουν αφήνοντας ανέπαφο τον τούρκικο στρατό, που σημαίνει ότι παραδίδουν το νησί μέσω της μειοψηφίας των τουρκοκυπρίων στην Άγκυρα.

Όλα αυτά θα συμβούν στις μέρες που έρχονται, ενώ ο ελληνικός λαός θα βρίσκεται σε κατάσταση μνημονιακού λήθαργου. Μέσα σε παρόμοιες κοσμοϊστορικές ανεμοθύελλες οι Έλληνες έμαθαν να ζουν από την εποχή του Μαραθώνα ακόμα. Αλλά τότε υπήρχε ένας Μιλτιάδης και ένας Θεμιστοκλής και ένας Λαός ελεύθερος, με υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Βλέπετε σήμερα να υπάρχει κανένας σύγχρονος Μιλτιάδης ή Θεμιστοκλής; Υπάρχει λαός όρθιος και υψηλό επίπεδο μόρφωσης και πολιτισμού; Ή τουλάχιστον ευημερίας;

Επειδή είμαι βέβαιος ότι μιλώ μέσα σε έρημο, θα στραφώ προς την πλευρά της Κυβέρνησης και προσωπικά του Αλέξη Τσίπρα, για να ρωτήσω ευθέως: «Πιστεύετε ότι εσείς είστε ικανοί να αντιμετωπίσετε αυτή τη νέα πρόκληση; Με ποιες δυνάμεις; Ποσοτικά και ποιοτικά; Έχετε μεγάλη ευθύνη και κινδυνεύετε να χαρακτηριστείτε άσχημα και κατά τη γνώμη μου άδικα, γιατί δεν πιστεύω ότι έχω απέναντί μου προδότες. Το αντίθετο θα έλεγα. Είστε όπως σχεδόν όλοι οι Έλληνες πατριώτες. Όμως χωρίς το απαραίτητο έρμα που οφείλει να έχει η χώρα και η κυβέρνησή της για να αντέξει σ’ αυτούς τους νέους ανέμους η χώρα μας και έτσι θα οδηγηθούμε σε μια ανεπίτρεπτη προδοτική ενέργεια απέναντι στους Κύπριους αδελφούς μας.

Θα απευθυνθώ και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για να τον παρακαλέσω να μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης, προκειμένου να αποφύγουμε μια νέα ανεπανόρθωτη εθνική καταστροφή.

Εμένα προσωπικά ως Έλληνα δεν με φοβίζουν αυτοί οι ιστορικοί άνεμοι. Απεχθάνομαι μόνο την ιδέα ότι μπορεί να με κάνουν να αισθάνομαι σαν φρόκαλο. Είμαι πεπεισμένος, ότι ο ελληνικός λαός είναι ικανός κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (που δεν υπάρχουν σήμερα) να αντιμετωπίσει σαν αιωνόβιος πλάτανος ακόμα και τους πιο άγριους ανέμους. Ας σοβαρευτούμε λοιπόν και ας κοιτάξουμε όλοι μαζί πώς θα γλιτώσουμε από τη νέα παγίδα στην οποία μας οδηγούν.

Αθήνα, 23.6.2017

Μίκης Θεοδωράκης

ΠΗΓΗ: http://www.mikistheodorakis.gr

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

«ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ»ΚΑΛΛΙΜΑΡΜΑΡΟ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017 ΩΡΑ: 9:00μμ

Μία ιστορική παράσταση – αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με 1000 χορωδούς απ’ όλη την Ελλάδα.


Η εκδήλωση αυτή γίνεται μετά από επιθυμία του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος θέλει, όχι μόνο να παραστεί, αλλά και να διευθύνει το φινάλε της συναυλίας.





Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

«Μονόλογοι στο Λυκαυγές» (Πέμπτο μέρος)

Της  Αναστασίας Βούλγαρη



Περί έθνους- Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος πίστευε στη συνέχεια του ελληνικού έθνους, γράφει ο Μίκης στην επιστολή που είχε στείλει στην εφημερίδα «Καθημερινή», τον Μάρτιο του 2007, με τίτλο «Ο ψεύτικος μανδύας της δήθεν προοδευτικότητας».  


Ήταν η εποχή που η «σχολή» των Αρνητών της ελληνικότητας εγκαινίαζε μια  νέα επιθετική τακτική με στόχο, αυτή τη φορά, τους μαθητές του Δημοτικού  και με αιχμή του δόρατος το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο, πέραν του  αντιπαιδαγωγικού του περιεχομένου, αποδομούσε τους αγώνες του έθνους για  την ελευθερία. Απέναντί τους συντάχθηκαν οι δάσκαλοι και οι διανοητές του  δημοκρατικού πατριωτικού χώρου και της πατριωτικής Αριστεράς.  


Ο Θεοδωράκης συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο– που είχε πάρει διαστάσεις  ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο «σχολών» σκέψης– για το βιβλίο της  ΣΤ’ Δημοτικού και ξεκινά ένα νέο αγώνα: Αυτόν της υπεράσπισης της εθνικής  μας ταυτότητας. (Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι ο τότε υπουργός  Παιδείας Ευριπίδης Στυλιανίδης απέσυρε το βιβλίο από τα σχολεία).


Τον Ιούλιο του 2007, εκδίδεται το βιβλίο των Γιώργου Κοντογιώργη και Μίκη  Θεοδωράκη με τίτλο «Ελληνικότητα και “διανόηση”». Με το παρόν πόνημα  θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το κείμενο του Θεοδωράκη «Για το πρόβλημα της ελληνικότητας», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην κοινή έκδοση και παρατίθεται αυτούσιο στους «Μονολόγους στο Λυκαυγές».


Οι δύο συγγραφείς εξηγούν ιστορικά το φαινόμενο της άρνησης της συνέχειας του ελληνικού έθνους από τους κύκλους της «εκσυγχρονιστικής διανόησης» (η οποία διαπλέκεται με την υποταγμένη στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις ολιγαρχία), εντοπίζουν τη ρίζα και τους λόγους της άρνησης του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος και προτείνουν μια άλλη θέαση της ελληνικής ιστορίας. Δεν συντάσσονται, όμως,  πλάι στην παραδοσιακή σχολή της ιστοριογραφίας, αντιθέτως πιστεύουν ότι αυτή παραμορφώνει «τον χαρακτήρα της ελληνικής εξέλιξης και ταυτότητας στην προσπάθειά της να επεξεργασθεί έναν ελληνισμό εμπνεόμενη από τους εθνικισμούς της Δύσης». Αντιλαμβάνονται την ελληνικότητα «όχι ως ένα στοιχείο έπαρσης και στείρου εθνικισμού αλλά ως περιεχόμενο και κώδικα ζωής».    


Ο Θεοδωράκης συμφωνεί με τη θεωρία του Κοντογιώργη για «το ελληνικό κοσμοσύστημα» και προσθέτει τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής γλώσσας και Τέχνης (κυρίως της δημοτικής ποίησης και του δημοτικού τραγουδιού) στη διατήρηση της ελληνικής συλλογικής συνείδησης, της εθνικής ταυτότητας και στη διαιώνιση της πολιτιστικής κληρονομιάς. 


Το ελληνικό ανθρωποκεντρικό γινόμενο και το πρωτοανθρωποκεντρικό πρόταγμα της Δύσης 

Οι δύο συγγραφείς ομονοούν ότι «το έθνος δεν σηματοδοτεί απλώς το ανήκειν σε μια κοινή ταυτότητα αλλά το ανήκειν εν ελευθερία». Ο  άνθρωπος που βιώνει μία κατάσταση ατομικής ελευθερίας αρχίζει να συγκροτεί μια προσωπική συνείδηση, η οποία εξελίσσεται σε συλλογική συνείδηση και συνείδηση κοινωνίας, όταν αρχίζει να «διαλογίζεται για το “είναι” του, για την ύπαρξή του, για την κοινωνική του υπόσταση, για τον “άλλον”».


Οι ιστορικές ρίζες του ελληνικού έθνους συνδέονται με τη συγκρότηση της ανθρωποκεντρική κοινωνίας «από την εποχή των κρητομυκηναϊκών χρόνων έως τις παρυφές του 20ου αιώνα». Εδώ να επισημάνουμε ότι ούτε ο Θεοδωράκης ούτε ο Κοντογιώργης ισχυρίζονται ότι η έννοια του έθνους παραμένει ίδια ανά τους αιώνες. Αντίθετα επισημαίνουν ότι «μέσα στο πέρασμα του χρόνου και ιδίως στη διάρκεια της οικουμενικής φάσης του ελληνικού κοσμοσυστήματος, η έννοια του έθνους θα εξελιχθεί, θα ενσωματώσει διάφορα στοιχεία, συνακόλουθα με τις μεταμορφώσεις του ελληνισμού και τον ρόλο του στην Ιστορία, θα γίνει δε χωνευτήρι των εθνοτήτων– χωρίς να τις καταργεί–, οι οποίες έρχονταν σε επαφή μαζί του»(234). Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνισμός θα ενσωματώσει τη ρωμιοσύνη και στη συνέχεια τον χριστιανισμό, όπου στο πρόσωπο της Ορθοδοξίας θα βρει την ελληνική εκδοχή του.


Ο Θεοδωράκης και ο Κοντογιώργης εντοπίζουν την αντίθεση μεταξύ του ελληνικού και του ευρωπαϊκού παραδείγματος στο γεγονός ότι κατά την περίοδο που στην Ευρώπη δημιουργούνται τα έθνη (δηλαδή μόλις στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα), ο ελληνισμός είναι ήδη από αιώνες συγκροτημένος πολιτικά «ως κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας με γνώμονα τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης και εντέλει σε ανθρωποκεντρικές βάσεις».


Σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά έθνη, το ελληνικό έθνος προϋπήρξε του Κράτους και δεν κατασκευάστηκε από αυτό. Το ελληνικό έθνος ουδέποτε  επεδίωξε να δημιουργήσει ενιαίο κράτος, αλλά εκφράστηκε με το σύστημα των πόλεων-κρατών και των Κοινών, με το «κοσμοσύστημα των πόλεων», όπως το ονομάζει ο Κοντογιώργης.


Η Ευρώπη, κατά τη φάση που έδυε η Φεουδαρχία, αγωνίστηκε να οικοδομήσει το έθνος για να συντελέσει στην απελευθέρωση των κοινωνιών της. Ο νεότερος κόσμος, στη μετάβασή του από τη φεουδαρχία στην ανθρωποκεντρική κοινωνία, θα συγκροτήσει για πρώτη φορά συλλογική συνείδηση έθνους  και συλλογική ταυτότητα εμπνεόμενος από το ελληνικό ανθρωποκεντρικό παράδειγμα. Όμως, την στιγμή που η Ευρώπη προτάσσει ως διακύβευμα το αίτημα της κοινωνίας εν ελευθερία (κυρίως από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά) αυτό για τον ελληνισμό είναι ήδη παρελθόν.


Επομένως, οι ελευθερίες και τα συστήματα που προτείνει ο νεότερος κόσμος, στη σημερινή φάση της μεταφεουδαλικής του οικοδόμησης,  βρίσκονται σε πρωτόλεια (πρωτο-ανθρωποκεντρική) κατάσταση σε σχέση με το ελληνικό παράδειγμα του παρελθόντος. 


Το ελληνικό έθνος μετά την απελευθέρωσή του από την Τουρκοκρατία θα βρεθεί εγκιβωτισμένο μέσα σ’ ένα κράτος κατασκεύασμα της ολιγαρχίας, εχθρικό προς την κοινωνία, και θα υποχρεωθεί να ενστερνισθεί το «πρωτοανθρωποκεντρικό» πρόταγμα της Δύσης ως προοδευτικό ιστορικό βήμα. Δηλαδή θα υποχρεωθεί  να ζήσει το παρόν του με τους όρους του μακρινού του παρελθόντος, στο αρχικό στάδιο της συγκρότηση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας. Έτσι, ο ελληνισμός θα εισέλθει στη νεότερη εποχή «οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά– δηλαδή από την άποψη του κεκτημένου των ελευθεριών– προτάσσοντας όχι το επιχείρημα της προόδου αλλά του εξευρωπαϊσμού».


Η άρνηση της συνέχειας του ελληνικού έθνους

Ξεκίνησε από τις ολιγαρχίες της Ευρώπης, μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821 αποφάσισαν να ονομάσουν Ελλάδα την απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό πατρίδας τους. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι αυτές είναι οι μοναδικές κληρονόμοι του ελληνικού πολιτισμού, κατασκεύασαν το ιδεολόγημα της μη συνέχειας του ελληνικού έθνους. Τότε, με προεξάρχοντα τον Φαλμεράγιερ, προπαγάνδισαν ότι οι Νεοέλληνες δεν αποτελούν έθνος αλλά μια  πανσπερμία φυλών (Αλβανών, Σλάβων, Τούρκων, Τσιγγάνων κ.λ.π.). Επομένως δεν έχουν το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται Έλληνες. 


Από τότε έως σήμερα, η ευρωπαϊκή διανόηση δεν μας θεωρεί Έλληνες –γι αυτό άλλωστε μας αποκαλούν «Greeks», «Grecs», κ.λ.π.  αντίθετα με τους Τούρκους και τους λαούς της Ανατολής που μας αποκαλούν «Γιουνάν», δηλαδή Ίωνες. Η ευρωπαϊκή ιντελιγκέτσια, όπως και η ετερόφωτη από τη Δύση ελληνική, αναγνωρίζουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού για όλες τις εθνότητες της Οικουμένης πλην των Ελλήνων (Σ.τ.σ.).


Η ελλαδική άρχουσα τάξη, ευθύς εξαρχής, απαξίωσε την ελληνική κοινωνία και αδιαφόρησε για το καθολικό αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, μια και ο στόχος της ήταν η πλήρης υποταγή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Προκειμένου να επιτύχει την «παραρτηματική πρόσδεση» στη Δύση, έπρεπε να αποδομήσει τον ελληνισμό και γι αυτό είχε ανάγκη από μια ανάλογη ιδεολογία, την οποία κατασκεύασαν οι «διανοούμενοι» των επιστημών  του κράτους.


Κορμός αυτής της ιδεολογίας ήταν το ανυπόστατο επιχείρημα ότι το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε το 1830, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με το παρελθόν. Στη συνέχεια, συμπεριέλαβαν τον Μεσαίωνα στην  ελληνική ιστορία, προκειμένου να αρνηθούν την ανθρωποκεντρική κατάκτηση (δηλαδή τις ελευθεριακές και δημοκρατικές κατακτήσεις) αλλά και όλες τις προοδευτικές κατακτήσεις του ελληνισμού και να προτάξουν ως διακύβευμα όχι την εθνική ολοκλήρωση αλλά τον εξευρωπαϊσμό.


Τις τελευταίες δεκαετίες, τα μέλη των κύκλων του εγχώριου διανοουμενισμού (που έχουν καταλάβει τα ελληνικά πανεπιστήμια) έχουν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία– η οποία αγγίζει, αν δεν ξεπερνά, τα όρια της ιδεολογικής τρομοκρατίας– αποδόμησης της έννοιας του έθνους και της έννοιας της ελληνικότητας. Αρνούνται το γεγονός ότι ο ελληνισμός έζησε και έδρασε με όρους ελευθερίας μέσα σε συγκροτημένες κοινωνίες συλλογικών αποφάσεων και τοποθετούν την Ελλάδα (και συνακόλουθα την ελληνική κοινωνία) στην περιφέρεια της Ευρώπης. Οικοδομούν και επιβάλουν στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας (και κυρίως της φοιτητιώσας νεολαίας) «το αξιωματικό επιχείρημα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι». Αξιολογούν τη διαφορετικότητα της ελληνικής κοινωνίας και την επιμονή της να διατηρεί το παράδειγμα του παρελθόντος ως «παραδοσιακή», επομένως οπισθοδρομική και κατώτερη «του προοδευτικού γινομένου που ενσάρκωνε η Δύση».


Οι «εκσυγχρονιστές» αρνούνται ότι το πρόταγμα της Επανάστασης του 1821 ήταν εθνικο-απελευθερωτικό και όχι εθνοκεντρικό, και ότι η Επανάσταση ούτε πραγματοποιήθηκε με όρους Γαλλικής Επανάστασης ούτε στόχευε στη δημιουργία ενός δυτικού τύπου κράτους έθνους. Άλλωστε, ο Ρήγας Φεραίος και οι άλλοι κήρυκες της Επανάστασης δεν οραματίζονταν ένα κράτος πανομοιότυπο με το κράτος της δυτικής κρατικής δεσποτείας (ή της απόλυτης μοναρχίας) ούτε ένα εθνικό κράτος κατά τα δυτικά πρότυπα, αλλά την αποκατάσταση του ελληνικού οικουμενικού κοσμοσυστήματος. «Είχαν δηλαδή μια αντίληψη για το έθνος κοσμοσυστημική και οικουμενική, όχι εθνοκρατική».    


Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία τοποθετεί «το τέλος των πόλεων στο τέλος της Δυτικής Ρώμης, ώστε να ταξινομηθεί το Βυζάντιο στον Μεσαίωνα ως φεουδαρχία». Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να παραδεχτεί ότι όταν αυτή ζούσε στον Μεσαίωνα, την ίδια στιγμή ο ελληνικός κόσμος εξακολουθούσε να βιώνει το ανθρωποκεντρικό του προηγούμενο;


Φυσικά, η εγχώρια «διανόηση» αποδέχεται την επίσημη δυτική ιστοριογραφία ως θέσφατο και αναπαράγει την επιχειρηματολογία της τόσο στα σχολικά εγχειρίδια όσο και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα, ενώ για να αιτιολογήσει την υποταγή της έχει  επιβάλει την άποψη ότι η ελληνική επιστημονική κοινότητα αδυνατεί εξ αντικειμένου να παραγάγει πρωτότυπο έργο. Βεβαίως αυτή την ανικανότητα οι «εκσυγχρονιστές» της ντόπιας «διανόησης» δεν την περιορίζουν στον επιστημονικό χώρο, αλλά την απλώνουν σε όλους τους κλάδους της ζωής και της δημιουργίας, και κυρίως στην Τέχνη. Έτσι, οι Έλληνες δημιουργοί, συγγραφείς, ζωγράφοι,  συνθέτες «και ιδιαίτερα όσοι “επιμένουν ελληνικά”, κατατάσσονται συλλήβδην στον χώρο των πτωχών συγγενών σε σχέση με τον οποιονδήποτε ξένο της ίδιας κατηγορίας». 


Η ελληνικότητα στους καιρούς της  εκσυγχρονιστικής αποδόμησης

Τι είναι ελληνικότητα; ρωτά ο Θεοδωράκης και απαντά: Ελληνικότητα είναι η ελληνική γλώσσα, το ελληνικό ήθος, η ιστορική παράδοση και οι πολιτιστικές αξίες του ελληνικού λαού, η ελληνική αισθητική και η ελληνική τέχνη, όπως εκφράστηκε ανά τους αιώνες με γνώμονα το ωραίο και το μέτρο του Παρθενώνα και με την αδιάσπαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου.


Το πρόβλημα με την Σχολή της Άλλης Όχθης (όπως αποκαλεί ο Μίκης τους Αρνητές της ελληνικότητας και του ελληνικού έθνους) εστιάζεται στον τρόπο θέασης της Ιστορίας. Έχοντας ως πρότυπο τα ιστορικά δεδομένα της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα έως τους νεότερους χρόνους αδυνατούν να διακρίνουν «το πολιτισμικό χάος που χωρίζει τον ελληνικό από τον ευρωπαϊκό κόσμο» και, όπως προαναφέραμε, εγγράφουν στην ελληνική ιστορία τον Μεσαίωνα, ώστε να παρουσιάσουν τον δημοκρατικά οργανωμένο ελληνισμό των Κοινών σαν ανθρώπινες μάζες δουλοπάροικων χωρίς ελευθερία και ταυτότητα, επομένως χωρίς  δυνατότητα έκφρασης τόσο σε κοινωνικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Παραβλέπουν– από άγνοια ή σκοπιμότητα;– ότι στην Ελλάδα η Τέχνη δεν υπήρξε προνόμιο των κυρίαρχων τάξεων όπως στη Δύση, και δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι ακόμα και σε συνθήκες Τουρκοκρατίας υπάρχει δημιουργία καλλιτεχνικού έργου, το οποίο  «δεν υπολείπεται σε ποιότητα από εκείνο που χαρακτηρίζει τα μέλη μιας ελεύθερης κοινωνίας», επισημαίνει ο Θεοδωράκης. Άλλωστε, η ιστορία μας διδάσκει ότι κατά την περίοδο της Φεουδαρχίας οι δουλοπάροικοι δεν δημιούργησαν δική τους τέχνη. Γιατί τέχνη κάνουν μόνον οι ελεύθεροι άνθρωποι.


Ας αναρωτηθούμε: Ήταν οι Έλληνες που δημιούργησαν συλλογικά τη δημοτική ποίηση, τα δημοτικά τραγούδια και τον δημοτικό χορό; Είναι δείγμα ελευθερίας η δημιουργία αληθινού έργου τέχνης; Αν απαντήσουμε θετικά στα παραπάνω ερωτήματα, τότε ας μελετήσουμε και αναλύσουμε τις συνθήκες (κοινωνικό περιβάλλον, οικονομικές και διοικητικές σχέσεις κ.λ.π) στις οποίες έζησαν οι Έλληνες «ώστε να έχουν την απαιτούμενη πνευματική καλλιέργεια για τη δημιουργία και αποδοχή έργων τόσο υψηλού επιπέδου». Κι αλήθεια, πώς συνέβη η γλώσσα και η μουσική να παραμείνουν ζωντανές και συνεχώς εξελισσόμενες τόσους αιώνες ακόμα και κατά την περίοδο της οθωμανικής σκλαβιάς; Άραγε, «η Ορθοδοξία και κυρίως ο κλήρος σε επίπεδο κοινοτήτων έπαιξε ρόλο στη διατήρηση και εξέλιξη αυτού του πολιτισμού; Ποια η σημασία του ελληνικού λόγου των Ευαγγελίων και γενικά των βυζαντινών θρησκευτικών κειμένων και του βυζαντινού εκκλησιαστικού μέλους;» (216). Άραγε, ποιοι έκαναν την Επανάσταση του 1821 αν δεν υπήρχε τότε η Ελλάδα; Τι ήταν ο Ρήγας Φεραίος, ο Κοραής, ο Μακρυγιάννης, ο Διονύσιος Σολωμός και τόσοι άλλοι; Ποια γλώσσα μιλούσαν; Τι πίστευαν οι ίδιοι για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους; Κι αλήθεια, ο Ρήγας βασανίστηκε και δολοφονήθηκε για κάτι που στην εποχή του δεν υπήρχε;  


Ο Θεοδωράκης ολοκληρώνει το πόνημά του καλώντας την εκπαιδευτική κοινότητα να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας με όρους ελληνικότητας, «προκειμένου οι νέες γενιές να αποκτήσουν τα ηθικά κυρίως ερείσματα που θα τους κάνουν μεθαύριο ολοκληρωμένους πολίτες, έτοιμους να αντιμετωπίσουν τη θύελλα της παγκοσμιοποίησης από θέση ισχύος που μπορεί να τους χαρίσει μόνο η αίσθηση ότι ανήκουν στον δικό τους κορμό, με τις δικές του ρίζες και ιδιαιτερότητες. Με τη δική τους ταυτότητα του ολοκληρωμένου Έλληνα, που είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει ισότιμα τους άλλους σε μια διεθνή συγκυρία που απειλεί να ισοπεδώσει τα πάντα ξεκινώντας από τις πολιτισμικές και εθνικές ιδιαιτερότητες, ώστε όλοι και όλα να μεταβληθούν σε μια άμορφη και άβουλη μάζα στη διάθεση των ισχυρών της γης» (238). 


Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των «Μονολόγων στο Λυκαυγές» θα ήθελα να επισημάνω ότι το παρόν πόνημα, όπως και τα τέσσερα άρθρα που προηγήθηκαν, δεν αποτελούν παρά μια πρώτη προσέγγιση του βιβλίου.


Τα πέντε κείμενα, όπως και εκείνα για τους «Διαλόγους στο Λυκόφως», γράφτηκαν με την ελπίδα να αποτελέσουν το έναυσμα για την περαιτέρω μελέτη των δύο τελευταίων βιβλίων του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και του συνολικού συγγραφικού έργου του, από εκείνες και εκείνους που επιμένουν να σκέφτονται, να δρουν και να δημιουργούν ελληνικά· από όποιες και όποιους εξακολουθούν να αγαπούν την Ελλάδα και να οραματίζονται μια ελεύθερη, ανεξάρτητη και δυνατή πατρίδα.


Τέλος, αφιερώνω αυτή την προσπάθειά μου στους συναγωνιστές μου με την πίστη και την πεποίθηση ότι εμείς, παρά τα σημεία των καιρών και τις αντιξοότητες, θα συνεχίσουμε τον αγώνα, έστω και με τις μικρές μας δυνάμεις, για την απελευθέρωση της πατρίδας.


 


ΤΕΛΟΣ 


 Αναστασία Βούλγαρη

   7 Ιουνίου 2017


ΠΗΓΗ:http://anastasiavoulgari.gr