Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΚΥΛΑΝΕ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ ΜΑΣ

Tης Αναστασίας Βούλγαρη
Με αφορμή την συναυλία στο Καλλιμάρμαρο



Κάποια γεγονότα στη ζωή δεν ξεπερνιούνται ποτέ. Ένα από αυτά είναι η συναυλία στο Καλλιμάρμαρο «Όλη Ελλάδα για τον Μίκη».
Συλλείτουργο χιλίων υπέροχων χορωδών σ’ ένα εκκλησίασμα πενήντα χιλιάδων. Γέμισε ο λαός το στάδιο και μαζί του χιλιάδες νέοι, μα κι ένας μικρούλης μόλις δύο μηνών, που παρακολουθούσε χαμογελαστός επί δυόμιση ώρες.
Ενώθηκαν οι φωνές μας, ενώθηκαν οι καρδιές μας με τα τραγούδια τού Μίκη· τα βγαλμένα από τα σπλάχνα της Ελλάδας, τα εμπνευσμένα από την ομορφιά της πατρίδας, από τους ανθρώπους της και την ιστορία της.
«Οι γενναίοι και οι τραγουδιστές ανήκουν στην απεραντοσύνη.
Η λύρα και το τόξο ανήκουν στην αιωνιότητα. Μαζί θα πορευτούμε στους αιώνες των Ελλήνων. Μαζί θα τραγουδάμε. Και ο θάνατος δεν θα έχει πια εξουσία», γράφει ο ποιητής Γιώργος Μπλάνας σε ένα από τα ποιητικά κείμενά του, που διαβάστηκαν εξαιρετικά από τον Γιάννη Στάνκογλου και την Ιωάννα Παππά.
Ποίηση και μουσική οι αρχέγονες ρίζες μας. Το έντεχνο-λαϊκό τραγούδι το παρόν μας. Το βυζαντινό μέλος, η παραδοσιακή και η λαϊκή μουσική που ενώνονται με τη λόγια μουσική και ποίηση και γίνονται η ιερή κληρονομιά τού έθνους. Ένας διαρκής μουσικός διάλογος ανάμεσα στον Μίκη και τους Έλληνες, από το 1960 μέχρι σήμερα. Οι ρίζες βαθαίνουν όσο τα τραγούδια τού Μίκη κυλάνε στις φλέβες μας.
Ο Μίκης μάς ξαναδίνει το νήμα μαζί με την ιερή παρακαταθήκη του αιώνιου σ’ αγαπώ. Να κρατήσουμε και πάλι το νήμα που αφήσαμε, για να βρούμε τον δρόμο μας. Τον δρόμο που αρνηθήκαμε και μεγάλωσαν τα δεινά μας. Να κοιταχτούμε στα μάτια, να ξαναβρούμε το μπόι μας και τον βηματισμό μας. Να υπάρξουμε ο ένας μέσα από τον άλλον, για να μη χαθούμε στην ερημιά, για να μη μας κουρσέψουν οι σύγχρονοι πειρατές…
Όλοι οι μουσικοί ήταν εξαιρετικοί, και ο Παναγής Μπαρμπάτης, ο οποίος είχε αναλάβει τη μουσική διεύθυνση και την ενορχήστρωση, άξιζε και με το παραπάνω τα «μπράβο» και τα «άξιος» που ακούγονταν από τις κερκίδες. Οι λυρικές τραγουδίστριες Τζίνα Φωτεινοπούλου και Ελένη Βουδουράκη, οι λυρικοί τραγουδιστές Αντώνης Κορωναίος, Μπάμπης Βελισσάριος και Παντελής Κοντός απέδωσαν θαυμάσια τη λυρική διάσταση των τραγουδιών, και ο Γεράσιμος Ανδρεάτος (δωρικός όπως πάντα) τραγούδησε ωραία τα λαϊκά τραγούδια.
Σε όλη τη διάρκεια της συναυλίας η χαρά διαδεχόταν τη συγκίνηση και γινόταν πλατύ χαμόγελο και μεστό χειροκρότημα. «Σ’ ευχαριστούμε Μίκη!», «σ’ αγαπάμε!» φώναζε ο κόσμος. Σ’ ευχαριστούμε για τα τραγούδια, σ’ ευχαριστούμε που δεν μας εγκατέλειψες ποτέ, που είσαι όρθιος, που ακόμα κρατάς εκείνη την «τρεμόσβηστη σπίθα» που ανυψώνει την Ελλάδα, που ανυψώνει τον άνθρωπο, για να μπορεί να κοιτάζει ψηλά. Εκεί που κατοικούν η ομορφιά και τα υψηλά ιδανικά, και οι μεγάλες ιδέες διαλέγουν εκείνους που θα δώσουν πνοή στα όνειρα, καθώς θα χαράζουν τους φωτεινούς δρόμους του μέλλοντος.
Στο τέλος της συναυλίας, ο Μίκης διευθύνει την «Άρνηση» μ’ εκείνα τα χέρια φτερά, τα τόσο γνώριμα σε όλους μας και τόσο αγαπημένα. Ο Μίκης συγκινήθηκε και έκλαψε, μα όταν σηκώθηκε όρθιος χαμογελούσε.
Το μήνυμά του δύο λέξεις μόνο: «Σας αγαπώ». «Δυο λέξεις βάλσαμο στην ψυχή ενός λαού, που για ακόμη μια φορά στην μακραίωνη ιστορία του, βιώνει τη βαρβαρότητα», μου έγραψε ένας φίλος από την Κρήτη.
Η συναυλία τελείωσε, ο Μίκης αποχώρησε, τα φώτα του σταδίου άναψαν. Αδύνατον να επιστρέψουμε στην πραγματικότητα. Πώς να χωρέσει μέσα σου τόσος λυρισμός, τόση ομορφιά, τόση αγάπη; Πώς να καταλαγιάσουν τα συναισθήματα, όταν έχεις τραγουδήσει μαζί μ’ άλλους πενήντα χιλιάδες «πού να βρω την ψυχή μου / το τετράφυλλο δάκρυ»;
Αυτή η βραδιά θα παραμείνει μέσα μου για πάντα ζωντανή… και να, καθώς γράφω ακούω γύρω μου να τραγουδούν οι χορωδοί:

«Σήμερα παντρεύουμε τον Ήλιο,
Τον Ήλιο με τη νύφη τη μονάκριβη την Πασχαλιά!
Πολυχρόνιος ημέρα-Υπερμάχω- Υπερμάχω».

ΠΗΓΗ:/www.e-dromos.gr

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΓΚΛΗΜΑ!



Σχολιάζοντας το άρθρο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης δεν θα επαναλάβω τις καίριες αναλύσεις του που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για μια ακόμα φορά απειλείται η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. 

Υπάρχουν αρμοδιότεροι από μένα, όπως ο καθηγητής Γεώργιος Κασιμάτης, που θεωρεί ότι «η συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου στην Διάσκεψη αυτή συνιστά διεθνή αναγνώριση του λόγου τρίτων κρατών επί της Κύπρου» και γι’ αυτό την χαρακτηρίζει παράνομη και αντίθετη με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τα δε αποτελέσματά της άκυρα.

Εγώ θα σταθώ στη θέση και στον ρόλο της Ελλάδας μέσα στο πλαίσιο της σημερινής ιστορικής συγκυρίας, όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις (με πρώτες τις ΗΠΑ) για τις οποίες η διεξαγωγή πολεμικών επιθέσεων αποτελεί κύριο σκοπό τόσο για την οικονομική και κοινωνική τους ανάπτυξη όσο και για την ικανοποίηση της επιθετικής ψυχολογίας που διαμορφώνει ένα νέο είδος παλλαϊκού πανεθνικού ιμπεριαλισμού, πρωτοφανούς σε αγριότητα και κυνισμό.

Η Μέση Ανατολή υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ο βασικός στόχος των επιθετικών δυνάμεων, όχι μόνο για το πετρέλαιο αλλά και για άλλους γεωπολιτικούς λόγους με επίκεντρο τη διάλυση του αραβικού κόσμου στο σύνολό του και την τελική εξόντωση του Μωαμεθανισμού. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε από την εποχή του Νασερισμού, δηλαδή της προσπάθειας δημιουργίας ενός ενιαίου αραβικού κράτους, γεγονός που η Δύση θεώρησε ως την μεγαλύτερη απειλή στα συμφέροντά της. Και ξεκίνησε από τότε να οργανώνει μεθοδικά την αντιαραβική της εκστρατεία.

Η τακτική αυτή είχε ως συνέπεια την αφύπνιση των ριζοσπαστικών δυνάμεων του αραβικού κόσμου και την αυξανόμενη διαμόρφωση στην αρχή αμυντικής και στη συνέχεια επιθετικής τακτικής από την πλευρά των μουσουλμάνων με κορύφωση το Ισλαμικό Κράτος. Για να φτάσουμε στο στάδιο της εκδικητικής μανίας από μέρους των μωαμεθανών, περάσαμε διάφορα στάδια με τη δημιουργία εξτρεμιστικών οργανώσεων ξεκινώντας από την Παλαιστίνη και την στοχοποίηση του Ισραήλ, την μεταβολή του Λιβάνου σε πεδίο βολής φανατικών δυνάμεων και από τις δύο πλευρές, την μετατροπή του Ιράν σε θρησκευτικό κράτος με βασική ιδεολογία το μίσος εναντίον του δυτικού κόσμου και -το αποκορύφωμα- τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του Αφγανιστάν, του Ιράκ και της Συρίας παράλληλα με τις ισοπεδωτικές επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη. Ακολούθησε η επίθεση κατά της Λιβύης και η ουσιαστική της καταστροφή.

Το τελικό αποτέλεσμα έως σήμερα είναι η εξόντωση ενός σημαντικού μέρους των παραδοσιακών μουσουλμανικών δυνάμεων. Ιράκ, Λιβύη, Συρία αποτελούσαν τρεις ισχυρούς κρατικούς πυλώνες της αραβικής δύναμης. Έκτοτε, η συνειδητοποίηση της απώλειας αυτών των δυνάμεων λειτουργεί μέσα στον μουσουλμανικό χώρο ως ο κύριος στρατολόγος των πληγωμένων μωαμεθανών. Το μέγεθος της θυσίας όλων αυτών που ανατινάζονται φωνάζοντας το όνομα του Αλλάχ από τυφλή εκδικητική μανία θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε τους λόγους που τους οδήγησαν σ’ αυτές τις πράξεις. Συνήθως εμείς βλέπουμε μόνο τα θύματα. Αν εξετάζαμε με νηφαλιότητα και τους θύτες, τότε θα καταλήγαμε ασφαλώς στην διαπίστωση, ότι ίσως αυτοί οι θύτες να είναι μεγαλύτερα θύματα από τα δικά τους θύματα. Θύματα της νέας σταυροφορίας των Δυτικών δυνάμεων (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ) που όπως είδαμε, οι πολεμικές συρράξεις που προκαλούν, αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο για την ύπαρξή τους ως κορυφαίων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που διεκδικούν τον ρόλο των Αφεντικών του Κόσμου.

Η αξία των οπλικών συστημάτων (τόσο των επιτιθεμένων όσο και των αμυνομένων) κατά τη διάρκεια όλων αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων (στη Συρία δεν τελείωσαν ακόμα) θα πρέπει να υπολογιστεί σε τρισεκατομμύρια δολλάρια που εισπράχθηκαν από τα κρατικά ταμεία των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Γαλλίας σε μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια αυτά τα πλούσια Έθνη που παράγουν και εξάγουν τον ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ, έγιναν πλουσιότερα, ενώ για τους ηττημένους το τίμημα σε αίμα και καταστροφή είναι ανυπολόγιστο.

Μπορούμε να πούμε ότι εξαφανίστηκαν όχι μόνο ως κρατικές αλλά και ως εθνικές ενότητες. Έσβησαν από τον χάρτη ολόκληρες χώρες και λαοί, για να πλουτίσουν οι δήθεν πολιτισμένοι της Δύσης και να επιβεβαιώσουν την απόλυτη κυριαρχία τους, με πυλώνες την οικονομική και στρατιωτική παντοδυναμία τους.

Αυτή είναι η πεμπτουσία του σύγχρονου κόσμου και όλα τα υπόλοιπα έχουν δευτερεύουσα σημασία.

Μέσα σ’ αυτό το κάδρο των διεθνών σχέσεων και της νέας ισορροπίας δυνάμεων, η Ελλάδα και η Κύπρος πού τοποθετούνται;

Η άποψή μου είναι ότι το μοναδικό ενδιαφέρον που θα πρέπει να έχουν τα Επιτελεία των Ισχυρών Δυνάμεων για μας είναι βασικά γεωπολιτικό. Πλάι στα ονόματα των χωρών μας, οι υπερατλαντικοί επιτελείς θα έχουν σημειώσει ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτές τις δύο χώρες με την τόσο μεγάλη γεωστρατηγική σημασία και με τους τόσο απρόβλεπτους λαούς;».

Για να μιλήσω μετεωρολογικά, οι άνεμοι που φυσούν στην περιοχή μας ξεπερνούν τα δέκα μποφώρ. Φυσικά οι πιο πολλοί δεν έχουν την ίδια γνώμη με μένα. Αυτά τα περί πολεμικής βιομηχανίας, της εξαγωγής του μαύρου θανάτου και της γενικευμένης ευθύνης για τη συσσώρευση πλούτου με τίμημα τις σάρκες και το αίμα των ασθενέστερων λαών είναι σκέψεις εκτός του πλαισίου των αναλύσεων βάσει των οποίων καθορίζεται η τοποθέτησης του α και του β. Γιατί όμως; Δεν βλέπουν; Όταν τελείωσε η καταστροφή της Γιουγκοσλαυίας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, δημοσιεύθηκε ο εξής ισολογισμός: Από τη μια πλευρά τοποθετήθηκαν οι καταστροφές (εργοστάσια, γέφυρες, νοσοκομεία, σχολεία, νεκροί κλπ.) και από την άλλη τα κέρδη από την πώληση, αγορά και χρήση των όπλων ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλία, Γερμανία, Σουηδία κλπ. κέρδη σε δισεκατομμύρια δολλάρια.

Όμως με την Μέση Ανατολή δεν τελειώσαμε ακόμα. Μένει το Ιράν. Ο Κίσινγκερ δήλωσε ότι σε ένα πόλεμο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ κατά του Ιράν, προβλέπει εμπλοκή της Ρωσίας. «Τότε», είπε, «όταν η αρκούδα βγει από τη φωλιά της, θα την χτυπήσουμε με τα νέα μας όπλα και θα την διαλύσουμε».

Αναφέρθηκα στην Ρωσία. Κι εδώ θα πρέπει να προσθέσω, ότι είναι μέγα λάθος μας να την αγνοούμε. Ρωσία και Κίνα είναι αυτή τη στιγμή οι δύο βράχοι που εμποδίζουν τους Ισχυρούς να μεταβάλουν την γη σε ένα κολοσσιαίο Αρμαγεδώνα. Και πάλι επανερχόμαστε στον Πολιτισμό. Γίνεται ολοένα και πιο ευδιάκριτο το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθειά πολιτισμική αντίθεση. Ανάμεσα στον Πόλεμο και την Ειρήνη, το Χάος και την Αρμονία.

Προσωπικά θλίβομαι βαθύτατα να βλέπω τις κυρίαρχες χώρες του Δυτικού Πολιτισμού (που έχει τις ρίζες του στην Ελλάδα) να έχουν μεταλλαγεί σε Σταυροφόρους θανάτου. Όμως η πραγματικότητα με απομακρύνει από αυτή την ρομαντική αντιμετώπιση. Και θα ευχόμουν το μεγάλο βήμα κατά της πολεμικής βιομηχανίας και της εξαγωγής του Μαύρου Θανάτου να το έκαναν οι ίδιοι οι Λαοί των πλούσιων χωρών…

Δεν μπορώ όμως να κάθομαι ήσυχος με σταυρωμένα χέρια όταν βλέπω ότι αυτοί οι δήθεν φίλοι και σύμμαχοί μας δεν μας υπολογίζουν ως ομοίους τους (εννοώ την Ελλάδα και την Κύπρο). Τουναντίον μας υποτιμούν και μας θεωρούν χώρες σημαντικές μόνο και μόνο γιατί η γεωγραφική μας θέση μας τοποθετεί στο επίκεντρο των συμφερόντων τους.

Στην περίπτωση που θα θελήσουν να επιτεθούν στο Ιράν, η Κύπρος είναι απαραίτητη ως προωθημένη βάση εξόρμησης. Η Σούδα έπεται. Και γιατί η Κύπρος; Γιατί το Ιράν δεν είναι Ιράκ και για να κατακτηθεί χρειάζονται εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Θα χρειαστεί λοιπόν ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο, όπου θα στρατοπεδεύουν οι στρατιώτες και από κει μέσω Ιράκ στα σύνορα του Ιράν.

Στο πλαίσιο των απόψεών μου αυτών, θεωρώ ότι στην Γενεύη οι Αμερικανοί μαζεύουν γύρω από ένα τραπέζι τους υπάκουους υπηκόους τους για να στραγγαλίσουν τους απείθαρχους ελληνοκύπριους, να τους αφοπλίσουν αφήνοντας ανέπαφο τον τούρκικο στρατό, που σημαίνει ότι παραδίδουν το νησί μέσω της μειοψηφίας των τουρκοκυπρίων στην Άγκυρα.

Όλα αυτά θα συμβούν στις μέρες που έρχονται, ενώ ο ελληνικός λαός θα βρίσκεται σε κατάσταση μνημονιακού λήθαργου. Μέσα σε παρόμοιες κοσμοϊστορικές ανεμοθύελλες οι Έλληνες έμαθαν να ζουν από την εποχή του Μαραθώνα ακόμα. Αλλά τότε υπήρχε ένας Μιλτιάδης και ένας Θεμιστοκλής και ένας Λαός ελεύθερος, με υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Βλέπετε σήμερα να υπάρχει κανένας σύγχρονος Μιλτιάδης ή Θεμιστοκλής; Υπάρχει λαός όρθιος και υψηλό επίπεδο μόρφωσης και πολιτισμού; Ή τουλάχιστον ευημερίας;

Επειδή είμαι βέβαιος ότι μιλώ μέσα σε έρημο, θα στραφώ προς την πλευρά της Κυβέρνησης και προσωπικά του Αλέξη Τσίπρα, για να ρωτήσω ευθέως: «Πιστεύετε ότι εσείς είστε ικανοί να αντιμετωπίσετε αυτή τη νέα πρόκληση; Με ποιες δυνάμεις; Ποσοτικά και ποιοτικά; Έχετε μεγάλη ευθύνη και κινδυνεύετε να χαρακτηριστείτε άσχημα και κατά τη γνώμη μου άδικα, γιατί δεν πιστεύω ότι έχω απέναντί μου προδότες. Το αντίθετο θα έλεγα. Είστε όπως σχεδόν όλοι οι Έλληνες πατριώτες. Όμως χωρίς το απαραίτητο έρμα που οφείλει να έχει η χώρα και η κυβέρνησή της για να αντέξει σ’ αυτούς τους νέους ανέμους η χώρα μας και έτσι θα οδηγηθούμε σε μια ανεπίτρεπτη προδοτική ενέργεια απέναντι στους Κύπριους αδελφούς μας.

Θα απευθυνθώ και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για να τον παρακαλέσω να μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης, προκειμένου να αποφύγουμε μια νέα ανεπανόρθωτη εθνική καταστροφή.

Εμένα προσωπικά ως Έλληνα δεν με φοβίζουν αυτοί οι ιστορικοί άνεμοι. Απεχθάνομαι μόνο την ιδέα ότι μπορεί να με κάνουν να αισθάνομαι σαν φρόκαλο. Είμαι πεπεισμένος, ότι ο ελληνικός λαός είναι ικανός κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (που δεν υπάρχουν σήμερα) να αντιμετωπίσει σαν αιωνόβιος πλάτανος ακόμα και τους πιο άγριους ανέμους. Ας σοβαρευτούμε λοιπόν και ας κοιτάξουμε όλοι μαζί πώς θα γλιτώσουμε από τη νέα παγίδα στην οποία μας οδηγούν.

Αθήνα, 23.6.2017

Μίκης Θεοδωράκης

ΠΗΓΗ: http://www.mikistheodorakis.gr

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

«ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΙΚΗ»ΚΑΛΛΙΜΑΡΜΑΡΟ ΠΑΝΑΘΗΝΑΙΚΟ ΣΤΑΔΙΟ 19 ΙΟΥΝΙΟΥ 2017 ΩΡΑ: 9:00μμ

Μία ιστορική παράσταση – αφιέρωμα στον Μίκη Θεοδωράκη με 1000 χορωδούς απ’ όλη την Ελλάδα.


Η εκδήλωση αυτή γίνεται μετά από επιθυμία του ίδιου του Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος θέλει, όχι μόνο να παραστεί, αλλά και να διευθύνει το φινάλε της συναυλίας.





Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

«Μονόλογοι στο Λυκαυγές» (Πέμπτο μέρος)

Της  Αναστασίας Βούλγαρη



Περί έθνους- Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Ο ποιητής και ζωγράφος Νίκος Εγγονόπουλος πίστευε στη συνέχεια του ελληνικού έθνους, γράφει ο Μίκης στην επιστολή που είχε στείλει στην εφημερίδα «Καθημερινή», τον Μάρτιο του 2007, με τίτλο «Ο ψεύτικος μανδύας της δήθεν προοδευτικότητας».  


Ήταν η εποχή που η «σχολή» των Αρνητών της ελληνικότητας εγκαινίαζε μια  νέα επιθετική τακτική με στόχο, αυτή τη φορά, τους μαθητές του Δημοτικού  και με αιχμή του δόρατος το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού, το οποίο, πέραν του  αντιπαιδαγωγικού του περιεχομένου, αποδομούσε τους αγώνες του έθνους για  την ελευθερία. Απέναντί τους συντάχθηκαν οι δάσκαλοι και οι διανοητές του  δημοκρατικού πατριωτικού χώρου και της πατριωτικής Αριστεράς.  


Ο Θεοδωράκης συμμετέχει στον δημόσιο διάλογο– που είχε πάρει διαστάσεις  ανοιχτής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο «σχολών» σκέψης– για το βιβλίο της  ΣΤ’ Δημοτικού και ξεκινά ένα νέο αγώνα: Αυτόν της υπεράσπισης της εθνικής  μας ταυτότητας. (Για την ιστορία να αναφέρουμε ότι ο τότε υπουργός  Παιδείας Ευριπίδης Στυλιανίδης απέσυρε το βιβλίο από τα σχολεία).


Τον Ιούλιο του 2007, εκδίδεται το βιβλίο των Γιώργου Κοντογιώργη και Μίκη  Θεοδωράκη με τίτλο «Ελληνικότητα και “διανόηση”». Με το παρόν πόνημα  θα προσπαθήσουμε να αναλύσουμε το κείμενο του Θεοδωράκη «Για το πρόβλημα της ελληνικότητας», το οποίο συμπεριλαμβάνεται στην κοινή έκδοση και παρατίθεται αυτούσιο στους «Μονολόγους στο Λυκαυγές».


Οι δύο συγγραφείς εξηγούν ιστορικά το φαινόμενο της άρνησης της συνέχειας του ελληνικού έθνους από τους κύκλους της «εκσυγχρονιστικής διανόησης» (η οποία διαπλέκεται με την υποταγμένη στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις ολιγαρχία), εντοπίζουν τη ρίζα και τους λόγους της άρνησης του ελληνικού ανθρωποκεντρικού παραδείγματος και προτείνουν μια άλλη θέαση της ελληνικής ιστορίας. Δεν συντάσσονται, όμως,  πλάι στην παραδοσιακή σχολή της ιστοριογραφίας, αντιθέτως πιστεύουν ότι αυτή παραμορφώνει «τον χαρακτήρα της ελληνικής εξέλιξης και ταυτότητας στην προσπάθειά της να επεξεργασθεί έναν ελληνισμό εμπνεόμενη από τους εθνικισμούς της Δύσης». Αντιλαμβάνονται την ελληνικότητα «όχι ως ένα στοιχείο έπαρσης και στείρου εθνικισμού αλλά ως περιεχόμενο και κώδικα ζωής».    


Ο Θεοδωράκης συμφωνεί με τη θεωρία του Κοντογιώργη για «το ελληνικό κοσμοσύστημα» και προσθέτει τον καθοριστικό ρόλο της ελληνικής γλώσσας και Τέχνης (κυρίως της δημοτικής ποίησης και του δημοτικού τραγουδιού) στη διατήρηση της ελληνικής συλλογικής συνείδησης, της εθνικής ταυτότητας και στη διαιώνιση της πολιτιστικής κληρονομιάς. 


Το ελληνικό ανθρωποκεντρικό γινόμενο και το πρωτοανθρωποκεντρικό πρόταγμα της Δύσης 

Οι δύο συγγραφείς ομονοούν ότι «το έθνος δεν σηματοδοτεί απλώς το ανήκειν σε μια κοινή ταυτότητα αλλά το ανήκειν εν ελευθερία». Ο  άνθρωπος που βιώνει μία κατάσταση ατομικής ελευθερίας αρχίζει να συγκροτεί μια προσωπική συνείδηση, η οποία εξελίσσεται σε συλλογική συνείδηση και συνείδηση κοινωνίας, όταν αρχίζει να «διαλογίζεται για το “είναι” του, για την ύπαρξή του, για την κοινωνική του υπόσταση, για τον “άλλον”».


Οι ιστορικές ρίζες του ελληνικού έθνους συνδέονται με τη συγκρότηση της ανθρωποκεντρική κοινωνίας «από την εποχή των κρητομυκηναϊκών χρόνων έως τις παρυφές του 20ου αιώνα». Εδώ να επισημάνουμε ότι ούτε ο Θεοδωράκης ούτε ο Κοντογιώργης ισχυρίζονται ότι η έννοια του έθνους παραμένει ίδια ανά τους αιώνες. Αντίθετα επισημαίνουν ότι «μέσα στο πέρασμα του χρόνου και ιδίως στη διάρκεια της οικουμενικής φάσης του ελληνικού κοσμοσυστήματος, η έννοια του έθνους θα εξελιχθεί, θα ενσωματώσει διάφορα στοιχεία, συνακόλουθα με τις μεταμορφώσεις του ελληνισμού και τον ρόλο του στην Ιστορία, θα γίνει δε χωνευτήρι των εθνοτήτων– χωρίς να τις καταργεί–, οι οποίες έρχονταν σε επαφή μαζί του»(234). Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνισμός θα ενσωματώσει τη ρωμιοσύνη και στη συνέχεια τον χριστιανισμό, όπου στο πρόσωπο της Ορθοδοξίας θα βρει την ελληνική εκδοχή του.


Ο Θεοδωράκης και ο Κοντογιώργης εντοπίζουν την αντίθεση μεταξύ του ελληνικού και του ευρωπαϊκού παραδείγματος στο γεγονός ότι κατά την περίοδο που στην Ευρώπη δημιουργούνται τα έθνη (δηλαδή μόλις στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα), ο ελληνισμός είναι ήδη από αιώνες συγκροτημένος πολιτικά «ως κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας με γνώμονα τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης και εντέλει σε ανθρωποκεντρικές βάσεις».


Σε αντίθεση με τα ευρωπαϊκά έθνη, το ελληνικό έθνος προϋπήρξε του Κράτους και δεν κατασκευάστηκε από αυτό. Το ελληνικό έθνος ουδέποτε  επεδίωξε να δημιουργήσει ενιαίο κράτος, αλλά εκφράστηκε με το σύστημα των πόλεων-κρατών και των Κοινών, με το «κοσμοσύστημα των πόλεων», όπως το ονομάζει ο Κοντογιώργης.


Η Ευρώπη, κατά τη φάση που έδυε η Φεουδαρχία, αγωνίστηκε να οικοδομήσει το έθνος για να συντελέσει στην απελευθέρωση των κοινωνιών της. Ο νεότερος κόσμος, στη μετάβασή του από τη φεουδαρχία στην ανθρωποκεντρική κοινωνία, θα συγκροτήσει για πρώτη φορά συλλογική συνείδηση έθνους  και συλλογική ταυτότητα εμπνεόμενος από το ελληνικό ανθρωποκεντρικό παράδειγμα. Όμως, την στιγμή που η Ευρώπη προτάσσει ως διακύβευμα το αίτημα της κοινωνίας εν ελευθερία (κυρίως από τη Γαλλική Επανάσταση και μετά) αυτό για τον ελληνισμό είναι ήδη παρελθόν.


Επομένως, οι ελευθερίες και τα συστήματα που προτείνει ο νεότερος κόσμος, στη σημερινή φάση της μεταφεουδαλικής του οικοδόμησης,  βρίσκονται σε πρωτόλεια (πρωτο-ανθρωποκεντρική) κατάσταση σε σχέση με το ελληνικό παράδειγμα του παρελθόντος. 


Το ελληνικό έθνος μετά την απελευθέρωσή του από την Τουρκοκρατία θα βρεθεί εγκιβωτισμένο μέσα σ’ ένα κράτος κατασκεύασμα της ολιγαρχίας, εχθρικό προς την κοινωνία, και θα υποχρεωθεί να ενστερνισθεί το «πρωτοανθρωποκεντρικό» πρόταγμα της Δύσης ως προοδευτικό ιστορικό βήμα. Δηλαδή θα υποχρεωθεί  να ζήσει το παρόν του με τους όρους του μακρινού του παρελθόντος, στο αρχικό στάδιο της συγκρότηση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας. Έτσι, ο ελληνισμός θα εισέλθει στη νεότερη εποχή «οπισθοδρομώντας ανθρωποκεντρικά– δηλαδή από την άποψη του κεκτημένου των ελευθεριών– προτάσσοντας όχι το επιχείρημα της προόδου αλλά του εξευρωπαϊσμού».


Η άρνηση της συνέχειας του ελληνικού έθνους

Ξεκίνησε από τις ολιγαρχίες της Ευρώπης, μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι πρωτεργάτες της Επανάστασης του 1821 αποφάσισαν να ονομάσουν Ελλάδα την απελευθερωμένη από τον τουρκικό ζυγό πατρίδας τους. Στην προσπάθειά τους να αποδείξουν ότι αυτές είναι οι μοναδικές κληρονόμοι του ελληνικού πολιτισμού, κατασκεύασαν το ιδεολόγημα της μη συνέχειας του ελληνικού έθνους. Τότε, με προεξάρχοντα τον Φαλμεράγιερ, προπαγάνδισαν ότι οι Νεοέλληνες δεν αποτελούν έθνος αλλά μια  πανσπερμία φυλών (Αλβανών, Σλάβων, Τούρκων, Τσιγγάνων κ.λ.π.). Επομένως δεν έχουν το δικαίωμα να αυτοαποκαλούνται Έλληνες. 


Από τότε έως σήμερα, η ευρωπαϊκή διανόηση δεν μας θεωρεί Έλληνες –γι αυτό άλλωστε μας αποκαλούν «Greeks», «Grecs», κ.λ.π.  αντίθετα με τους Τούρκους και τους λαούς της Ανατολής που μας αποκαλούν «Γιουνάν», δηλαδή Ίωνες. Η ευρωπαϊκή ιντελιγκέτσια, όπως και η ετερόφωτη από τη Δύση ελληνική, αναγνωρίζουν το δικαίωμα του αυτοπροσδιορισμού για όλες τις εθνότητες της Οικουμένης πλην των Ελλήνων (Σ.τ.σ.).


Η ελλαδική άρχουσα τάξη, ευθύς εξαρχής, απαξίωσε την ελληνική κοινωνία και αδιαφόρησε για το καθολικό αίτημα της εθνικής ολοκλήρωσης, μια και ο στόχος της ήταν η πλήρης υποταγή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές Δυνάμεις. Προκειμένου να επιτύχει την «παραρτηματική πρόσδεση» στη Δύση, έπρεπε να αποδομήσει τον ελληνισμό και γι αυτό είχε ανάγκη από μια ανάλογη ιδεολογία, την οποία κατασκεύασαν οι «διανοούμενοι» των επιστημών  του κράτους.


Κορμός αυτής της ιδεολογίας ήταν το ανυπόστατο επιχείρημα ότι το ελληνικό έθνος δημιουργήθηκε το 1830, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με το παρελθόν. Στη συνέχεια, συμπεριέλαβαν τον Μεσαίωνα στην  ελληνική ιστορία, προκειμένου να αρνηθούν την ανθρωποκεντρική κατάκτηση (δηλαδή τις ελευθεριακές και δημοκρατικές κατακτήσεις) αλλά και όλες τις προοδευτικές κατακτήσεις του ελληνισμού και να προτάξουν ως διακύβευμα όχι την εθνική ολοκλήρωση αλλά τον εξευρωπαϊσμό.


Τις τελευταίες δεκαετίες, τα μέλη των κύκλων του εγχώριου διανοουμενισμού (που έχουν καταλάβει τα ελληνικά πανεπιστήμια) έχουν επιδοθεί σε μια άνευ προηγουμένου εκστρατεία– η οποία αγγίζει, αν δεν ξεπερνά, τα όρια της ιδεολογικής τρομοκρατίας– αποδόμησης της έννοιας του έθνους και της έννοιας της ελληνικότητας. Αρνούνται το γεγονός ότι ο ελληνισμός έζησε και έδρασε με όρους ελευθερίας μέσα σε συγκροτημένες κοινωνίες συλλογικών αποφάσεων και τοποθετούν την Ελλάδα (και συνακόλουθα την ελληνική κοινωνία) στην περιφέρεια της Ευρώπης. Οικοδομούν και επιβάλουν στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας (και κυρίως της φοιτητιώσας νεολαίας) «το αξιωματικό επιχείρημα του ευρωπαϊκού γίγνεσθαι». Αξιολογούν τη διαφορετικότητα της ελληνικής κοινωνίας και την επιμονή της να διατηρεί το παράδειγμα του παρελθόντος ως «παραδοσιακή», επομένως οπισθοδρομική και κατώτερη «του προοδευτικού γινομένου που ενσάρκωνε η Δύση».


Οι «εκσυγχρονιστές» αρνούνται ότι το πρόταγμα της Επανάστασης του 1821 ήταν εθνικο-απελευθερωτικό και όχι εθνοκεντρικό, και ότι η Επανάσταση ούτε πραγματοποιήθηκε με όρους Γαλλικής Επανάστασης ούτε στόχευε στη δημιουργία ενός δυτικού τύπου κράτους έθνους. Άλλωστε, ο Ρήγας Φεραίος και οι άλλοι κήρυκες της Επανάστασης δεν οραματίζονταν ένα κράτος πανομοιότυπο με το κράτος της δυτικής κρατικής δεσποτείας (ή της απόλυτης μοναρχίας) ούτε ένα εθνικό κράτος κατά τα δυτικά πρότυπα, αλλά την αποκατάσταση του ελληνικού οικουμενικού κοσμοσυστήματος. «Είχαν δηλαδή μια αντίληψη για το έθνος κοσμοσυστημική και οικουμενική, όχι εθνοκρατική».    


Η επίσημη δυτική ιστοριογραφία τοποθετεί «το τέλος των πόλεων στο τέλος της Δυτικής Ρώμης, ώστε να ταξινομηθεί το Βυζάντιο στον Μεσαίωνα ως φεουδαρχία». Άλλωστε, πώς θα μπορούσε να παραδεχτεί ότι όταν αυτή ζούσε στον Μεσαίωνα, την ίδια στιγμή ο ελληνικός κόσμος εξακολουθούσε να βιώνει το ανθρωποκεντρικό του προηγούμενο;


Φυσικά, η εγχώρια «διανόηση» αποδέχεται την επίσημη δυτική ιστοριογραφία ως θέσφατο και αναπαράγει την επιχειρηματολογία της τόσο στα σχολικά εγχειρίδια όσο και στα πανεπιστημιακά συγγράμματα, ενώ για να αιτιολογήσει την υποταγή της έχει  επιβάλει την άποψη ότι η ελληνική επιστημονική κοινότητα αδυνατεί εξ αντικειμένου να παραγάγει πρωτότυπο έργο. Βεβαίως αυτή την ανικανότητα οι «εκσυγχρονιστές» της ντόπιας «διανόησης» δεν την περιορίζουν στον επιστημονικό χώρο, αλλά την απλώνουν σε όλους τους κλάδους της ζωής και της δημιουργίας, και κυρίως στην Τέχνη. Έτσι, οι Έλληνες δημιουργοί, συγγραφείς, ζωγράφοι,  συνθέτες «και ιδιαίτερα όσοι “επιμένουν ελληνικά”, κατατάσσονται συλλήβδην στον χώρο των πτωχών συγγενών σε σχέση με τον οποιονδήποτε ξένο της ίδιας κατηγορίας». 


Η ελληνικότητα στους καιρούς της  εκσυγχρονιστικής αποδόμησης

Τι είναι ελληνικότητα; ρωτά ο Θεοδωράκης και απαντά: Ελληνικότητα είναι η ελληνική γλώσσα, το ελληνικό ήθος, η ιστορική παράδοση και οι πολιτιστικές αξίες του ελληνικού λαού, η ελληνική αισθητική και η ελληνική τέχνη, όπως εκφράστηκε ανά τους αιώνες με γνώμονα το ωραίο και το μέτρο του Παρθενώνα και με την αδιάσπαστη ενότητα μορφής και περιεχομένου.


Το πρόβλημα με την Σχολή της Άλλης Όχθης (όπως αποκαλεί ο Μίκης τους Αρνητές της ελληνικότητας και του ελληνικού έθνους) εστιάζεται στον τρόπο θέασης της Ιστορίας. Έχοντας ως πρότυπο τα ιστορικά δεδομένα της Ευρώπης από τον Μεσαίωνα έως τους νεότερους χρόνους αδυνατούν να διακρίνουν «το πολιτισμικό χάος που χωρίζει τον ελληνικό από τον ευρωπαϊκό κόσμο» και, όπως προαναφέραμε, εγγράφουν στην ελληνική ιστορία τον Μεσαίωνα, ώστε να παρουσιάσουν τον δημοκρατικά οργανωμένο ελληνισμό των Κοινών σαν ανθρώπινες μάζες δουλοπάροικων χωρίς ελευθερία και ταυτότητα, επομένως χωρίς  δυνατότητα έκφρασης τόσο σε κοινωνικό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Παραβλέπουν– από άγνοια ή σκοπιμότητα;– ότι στην Ελλάδα η Τέχνη δεν υπήρξε προνόμιο των κυρίαρχων τάξεων όπως στη Δύση, και δεν λαμβάνουν υπόψη τους ότι ακόμα και σε συνθήκες Τουρκοκρατίας υπάρχει δημιουργία καλλιτεχνικού έργου, το οποίο  «δεν υπολείπεται σε ποιότητα από εκείνο που χαρακτηρίζει τα μέλη μιας ελεύθερης κοινωνίας», επισημαίνει ο Θεοδωράκης. Άλλωστε, η ιστορία μας διδάσκει ότι κατά την περίοδο της Φεουδαρχίας οι δουλοπάροικοι δεν δημιούργησαν δική τους τέχνη. Γιατί τέχνη κάνουν μόνον οι ελεύθεροι άνθρωποι.


Ας αναρωτηθούμε: Ήταν οι Έλληνες που δημιούργησαν συλλογικά τη δημοτική ποίηση, τα δημοτικά τραγούδια και τον δημοτικό χορό; Είναι δείγμα ελευθερίας η δημιουργία αληθινού έργου τέχνης; Αν απαντήσουμε θετικά στα παραπάνω ερωτήματα, τότε ας μελετήσουμε και αναλύσουμε τις συνθήκες (κοινωνικό περιβάλλον, οικονομικές και διοικητικές σχέσεις κ.λ.π) στις οποίες έζησαν οι Έλληνες «ώστε να έχουν την απαιτούμενη πνευματική καλλιέργεια για τη δημιουργία και αποδοχή έργων τόσο υψηλού επιπέδου». Κι αλήθεια, πώς συνέβη η γλώσσα και η μουσική να παραμείνουν ζωντανές και συνεχώς εξελισσόμενες τόσους αιώνες ακόμα και κατά την περίοδο της οθωμανικής σκλαβιάς; Άραγε, «η Ορθοδοξία και κυρίως ο κλήρος σε επίπεδο κοινοτήτων έπαιξε ρόλο στη διατήρηση και εξέλιξη αυτού του πολιτισμού; Ποια η σημασία του ελληνικού λόγου των Ευαγγελίων και γενικά των βυζαντινών θρησκευτικών κειμένων και του βυζαντινού εκκλησιαστικού μέλους;» (216). Άραγε, ποιοι έκαναν την Επανάσταση του 1821 αν δεν υπήρχε τότε η Ελλάδα; Τι ήταν ο Ρήγας Φεραίος, ο Κοραής, ο Μακρυγιάννης, ο Διονύσιος Σολωμός και τόσοι άλλοι; Ποια γλώσσα μιλούσαν; Τι πίστευαν οι ίδιοι για τη συνέχεια του ελληνικού έθνους; Κι αλήθεια, ο Ρήγας βασανίστηκε και δολοφονήθηκε για κάτι που στην εποχή του δεν υπήρχε;  


Ο Θεοδωράκης ολοκληρώνει το πόνημά του καλώντας την εκπαιδευτική κοινότητα να επαναπροσδιορίσει το περιεχόμενο της διδασκαλίας της ελληνικής ιστορίας με όρους ελληνικότητας, «προκειμένου οι νέες γενιές να αποκτήσουν τα ηθικά κυρίως ερείσματα που θα τους κάνουν μεθαύριο ολοκληρωμένους πολίτες, έτοιμους να αντιμετωπίσουν τη θύελλα της παγκοσμιοποίησης από θέση ισχύος που μπορεί να τους χαρίσει μόνο η αίσθηση ότι ανήκουν στον δικό τους κορμό, με τις δικές του ρίζες και ιδιαιτερότητες. Με τη δική τους ταυτότητα του ολοκληρωμένου Έλληνα, που είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει ισότιμα τους άλλους σε μια διεθνή συγκυρία που απειλεί να ισοπεδώσει τα πάντα ξεκινώντας από τις πολιτισμικές και εθνικές ιδιαιτερότητες, ώστε όλοι και όλα να μεταβληθούν σε μια άμορφη και άβουλη μάζα στη διάθεση των ισχυρών της γης» (238). 


Ολοκληρώνοντας την παρουσίαση των «Μονολόγων στο Λυκαυγές» θα ήθελα να επισημάνω ότι το παρόν πόνημα, όπως και τα τέσσερα άρθρα που προηγήθηκαν, δεν αποτελούν παρά μια πρώτη προσέγγιση του βιβλίου.


Τα πέντε κείμενα, όπως και εκείνα για τους «Διαλόγους στο Λυκόφως», γράφτηκαν με την ελπίδα να αποτελέσουν το έναυσμα για την περαιτέρω μελέτη των δύο τελευταίων βιβλίων του Μίκη Θεοδωράκη, αλλά και του συνολικού συγγραφικού έργου του, από εκείνες και εκείνους που επιμένουν να σκέφτονται, να δρουν και να δημιουργούν ελληνικά· από όποιες και όποιους εξακολουθούν να αγαπούν την Ελλάδα και να οραματίζονται μια ελεύθερη, ανεξάρτητη και δυνατή πατρίδα.


Τέλος, αφιερώνω αυτή την προσπάθειά μου στους συναγωνιστές μου με την πίστη και την πεποίθηση ότι εμείς, παρά τα σημεία των καιρών και τις αντιξοότητες, θα συνεχίσουμε τον αγώνα, έστω και με τις μικρές μας δυνάμεις, για την απελευθέρωση της πατρίδας.


 


ΤΕΛΟΣ 


 Αναστασία Βούλγαρη

   7 Ιουνίου 2017


ΠΗΓΗ:http://anastasiavoulgari.gr

Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

ΓΙΑ ΤΟ DUESSELDORF ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΗ ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΕΓΧΩΡΙΩΝ ΜΜΕ

Του Μίκη Θεοδωράκη

O δρόμος που διάλεξα είναι φωτεινός, χωρίς αναστολές, εμπόδια, πισωγυρίσματα και Μνημόνια και με πηγαίνει πάντοτε πιο μακριά και πιο ψηλά στη συνείδηση των όρθιων Ελλήνων και στην εκτίμηση των ξένων



Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η απόφασή μας να μείνουμε έξω από το Σύστημα Εξουσίας είναι πράξη σοβαρή, που σε άλλες εποχές οδηγούσε μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.

Σήμερα, κυρίως λόγω της ισορροπίας δυνάμεων, δεν μας δικάζουν και καταδικάζουν με ειδικούς Νόμους. Και γι’ αυτό η ποινή του εξοβελισμού μας από το προσκήνιο της εθνικής ζωής που μας έχει επιβληθεί από τον σκληρό πυρήνα της εξουσίας πρέπει να θεωρείται ως ένα ελάχιστο μέσο άμυνας από την πλευρά τους. Γιατί όπως φαίνεται, μας φοβούνται…

Χρησιμοποιώ Πληθυντικό, γιατί κοντά σε μένα θίγονται και όσοι με πιστεύουν και με αγαπούν. Λέτε να μην είδα τη διαφορά στον τρόπο με τον οποίο οι Γερμανοί υποδέχονται αυτούς που τους θεωρούν του χεριού τους και στον τρόπο με τον οποίο υποδέχονται έναν όρθιο Έλληνα όπως εγώ; Και γι’ αυτό άλλωστε καταλαβαίνω τους διώκτες μου.

Βασικά είμαστε δύο κόσμοι ξεχωριστοί. Με αγνοούν στο βαθμό που τους αγνοώ κι εγώ.

Δόξα τω Θεώ ο δρόμος που διάλεξα είναι φωτεινός, χωρίς αναστολές, εμπόδια, πισωγυρίσματα και Μνημόνια και με πηγαίνει πάντοτε πιο μακριά και πιο ψηλά στη συνείδηση των όρθιων Ελλήνων και στην εκτίμηση των ξένων.

Αθήνα, 8.6.2017
Μίκης Θεοδωράκης

ΠΗΓΗ:http://theodorakism.blogspot.gr

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

«Μονόλογοι στο Λυκαυγές» (τέταρτο μέρος) Της Αναστασίας Βούλγαρη



Οι Πυθαγόρειοι είχαν εξερευνήσει και συνδέσει την αρμονική τους θεωρία των Πλανητικών Σφαιρών με τη Μουσική και με την Ψυχή. Η σχέση Ψυχής και πλανητών κατ’ αυτούς ανάγεται σε μια ανώτερης μορφής εσωτερική κατάδυση, σε μια περιπλάνηση στις ρίζες του όντος, εκεί που η τραγική αγωνία του ανθρώπου μπροστά στην αδυναμία του να συλλάβει με τη διανόηση το ασύλληπτο του Απείρου και του Απέραντου, μετατρέπεται σε πόνο από τον οποίο επιδιώκει να απολυτρωθεί με την πνευματική ικεσία και την ψυχική έκσταση. Μ’ αυτόν τον τρόπο η πυθαγόρεια προοπτική αναγωγής της ψυχής στη σφαίρα της πνευματικότητας αποσπάται από το ιδεώδες του ελληνικού ορθολογισμού και καταλήγει στον χώρο της Μαγείας. Με άλλα λόγια, στη διονυσιακή υπέρβαση που ήρθε σαν αναπόσπαστο συμπλήρωμα της απολλώνιας συμμετρίας μέσα στην οποία αποκρυσταλλώνεται η έννοια του αισθητικά Ωραίου.

Μίκης Θεοδωράκης
 
«Μονόλογοι στο Λυκαυγές». Ο Μίκης, στην πιο σκοτεινή στιγμή τής νύχτας, περιμένει την καινούργια αυγή που θα φέρει τον Απόλλωνα με το φωτοστέφανο του ήλιου να σταλάξει στην ψυχή των ανθρώπων το πανάρχαιο μήνυμα: Η ουσία της ζωής του Έλληνα είναι η ελληνική γλώσσα, το ελληνικό ήθος, η ελληνική ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά, η ελληνική φύση.


Ο Μίκης δεν μονολογεί. Απαγγέλει τον ποιητικό μονόλογο της διαδρομής του στη ζωή και στην τέχνη. Η μουσική, η επανάσταση, ο έρωτας, η Ελλάδα.
Η οικουμένη κοινωνεί τον ελληνικό λόγο με τη θεοδωρακική μουσική. Έντεχνο-Λαϊκό, «Τραγούδι- ποταμός», Λυρική Τραγωδία, Συμφωνίες, Λαϊκά Ορατόρια- Μετασυμφωνική Μουσική.


Ο Μίκης υψώνει το βλέμμα στον Παρθενώνα και λέει: «Από την εποχή της εφηβείας μου στόχευσα σταθερά σε μια χίμαιρα, που την αγάπησα και της αφοσιώθηκα ψυχή τε και σώματι, αδιαφορώντας τελικά αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει πραγματικότητα. Έτσι, ζούσα σε μια διαφορετική πραγματικότητα, που για μένα ήταν και είναι η πραγματικότητα της πραγματικότητας.

Ήταν και είναι ένα όραμα από ιδέες και ήχους. Μια χίμαιρα ελληνική με χιτώνες και ιάμβους, που με βοήθησε να προχωρώ χτίζοντας από δω κι από κει δύο παράλληλους κόσμους με κοινή κοίτη και θεμέλια. Το πολιτικό όραμα και το μουσικό σύμπαν, τα δύο στοιχεία της προσωπικής μου χίμαιρας, είχαν κοινή ρίζα την ανάγκη της έκφρασης μιας κοσμοθεωρίας και μιας στάσης ζωής που έβγαιναν μέσα από τα έγκατα της ανθρωποκεντρικής και ελληνοκεντρικής μου συνείδησης»(124).

Ανάμεσα στους ευρωπαϊστές και στους ελληνιστές της Μουσικής
Είναι γνωστό, ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του μουσικού έργου τού Θεοδωράκη είναι «η γεφύρωση του έντεχνου με το λαϊκό» και «η μέθεξη του ελληνικού με το ευρωπαϊκό, του μονοφωνικού με το συμφωνικό». Συμφωνική μουσική και Συμφωνίες με φόρμες δυτικές και πυρήνα ελληνικό. Η λαϊκή μουσική ενώνεται με την παραδοσιακή μουσική και τη λόγια ποίηση.

Ο βυζαντινός ύμνος γίνεται η βάση για τη μελοποίηση του ελεύθερου στίχου.
Ήδη από την περίοδο του Μεσοπολέμου– τότε που ο Θεοδωράκης έκανε τα πρώτα του βήματα στον κόσμο της μουσικής– επικρατούσαν δύο αντίθετοι, σχεδόν εχθρικοί, κόσμοι: Οι ευρωπαϊστές και οι ελληνιστές. Οι πρώτοι, αφοσιωμένοι καθώς ήταν στην αστική τάξη, είχαν κυριαρχήσει στη μουσική εκπαίδευση και στις επιχορηγούμενες από το κράτος μουσικές υποδομές, ενώ οι δεύτεροι έχαιραν της αποδοχής και της αγάπης της πλειονότητας του ελληνικού λαού.
Το κύριο χαρακτηριστικό της ντόπιας αστικής τάξης, από τη στιγμή της δημιουργίας της, είναι η απαξίωση τού ελληνικού πολιτισμού. Πάγια τακτική της, από τότε μέχρι σήμερα,  είναι η απηνής δίωξη ή η φίμωση κάθε Έλληνα δημιουργού, που δημιουργεί έργα με ελληνικότητα.


Στα 1870, μια ομάδα πλούσιων Αθηναίων ίδρυσε το Ωδείο Αθηνών και αργότερα τη Συμφωνική Ορχήστρα του. Οι  ιδρυτές και ιδιοκτήτες του Ωδείου και της Ορχήστρας προνόησαν να συμπεριλάβουν ένα άρθρο στο καταστατικό της Ορχήστρας με το οποίο απαγορευόταν η εκτέλεση ελληνικών συνθέσεων και δη συμφωνικών έργων!

Στις αρχές του 20ου αιώνα, οι Έλληνες συνθέτες συμφωνικής μουσικής με επικεφαλής τον Μανώλη Καλομοίρη προσπάθησαν να δημιουργήσουν μια Εθνική Σχολή, κατά τα πρότυπα των Εθνικών Σχολών άλλων χωρών που αναπτύσσονταν πάνω στον κορμό της γερμανικής μουσικής. Έτσι διαμορφώθηκαν οι δύο αντιτιθέμενοι μουσικοί κόσμοι.
Κατά την περίοδο της γερμανικής κατοχής, διευθυντής της Συμφωνικής Ορχήστρας ήταν ο Φιλοκτήτης Οικονομίδης (και δάσκαλος του Μίκη) ο οποίος εισηγήθηκε στον Γερμανό γκαουλάιτερ να μετατρέψει την ιδιωτική Ορχήστρα
του Ωδείου σε κρατική. Ο Γερμανός κατοχικός διοικητής δέχτηκε κι έτσι η Ελλάδα απέκτησε την πρώτη κρατική Συμφωνική Ορχήστρα.


Η αντίθεση όμως που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των ευρωπαϊστών και των ελληνιστών συνθετών δεν μετριάστηκε, παρά το γεγονός ότι η Ορχήστρα μπορούσε πλέον να παρουσιάζει και έργα Ελλήνων.
Ο Θεοδωράκης δεν ακολούθησε ούτε τη μία ούτε την άλλη «σχολή» αλλά αναζήτησε και κατέκτησε νέα εκφραστικά μέσα. Διαφοροποιήθηκε ριζικά από την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του, που ήθελε τους Έλληνες συνθέτες απλούς μιμητές των Ευρωπαίων συνθετών, και πρωτοτύπησε. Πράγμα ασυγχώρητο, βεβαίως, για τους ιθύνοντες των μουσικών πραγμάτων, οι οποίοι μηρύκαζαν την αντίληψη της αστικής τάξης ότι οι Έλληνες δημιουργοί είναι καταδικασμένοι να ζουν κάτω από τη σκιά των Ευρωπαίων, ανίκανοι να δημιουργήσουν πρωτότυπο καλλιτεχνικό έργο.


Ο Θεοδωράκης δημιούργησε ένα νέο καλλιτεχνικό έργο υψηλής αισθητικής με τη σφραγίδα της ελληνικότητας, ικανό να αναμετρηθεί με τα μεγάλα συμφωνικά έργα της Ευρώπης και να σταθεί ισάξια ανάμεσά τους. Ένα έργο ικανό να μυήσει τους Έλληνες στη συμφωνική μουσική και να συγκινήσει τις πλατιές μάζες. Αναφέρω μόνο ένα παράδειγμα: Η δυτική μουσικολογία κατατάσσει το Canto General ανάμεσα στα δέκα μεγαλύτερα συμφωνικά έργα του 20ου αιώνα. Το έργο συγκινεί βαθιά τις πλατιές μάζες, που συρρέουν κατά χιλιάδες να το παρακολουθήσουν, κάθε φορά που παρουσιάζεται.
Παρά το γεγονός ότι το συμφωνικό έργο του Θεοδωράκη στο εξωτερικό θεωρείται ίσης καλλιτεχνικής αξίας και ποιότητας με τα έργα των μεγάλων συμφωνιστών της Κεντρικής Ευρώπης, στην Ελλάδα δεν έχει γίνει αποδεκτό ούτε από το μουσικό κατεστημένο των ευρωπαϊστών ούτε από το μουσικό κατεστημένο των ελληνιστών. Οι δύο μουσικοί κόσμοι, υπηρετώντας μια δήθεν καθαρότητα– ανυπόστατη βεβαίως στην τέχνη της Μουσικής– κρατούν τη θεοδωρακική μουσική έξω από τους χώρους που ελέγχουν, δηλαδή από τα ευρωπαΐζοντα ελληνικά ωδεία και τις πανεπιστημιακές σχολές, καθώς επίσης και από τους χώρους που ελέγχουν οι φανατικοί της λαϊκής μουσικής και της βυζαντινής παράδοσης.


Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής μουσικής
Για τον Θεοδωράκη το πρόβλημα της υποτίμησης της ελληνικής μουσικής  «ξεκινά από το γεγονός ότι το μεγάλο πράγματι προβάδισμα των ευρωπαϊκών συνθετών ως προς την τεχνολογική ανάπτυξη– ας το πούμε ως προς τη φόρμα γενικά– θεωρήθηκε εξίσου προβάδισμα και ως προς την ουσία της μουσικής, ως προς το περιεχόμενο»(132).


Η ιδιαιτερότητα της ελληνικής μουσικής έγκειται στο γεγονός ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού ήθους και συνέβαλε ουσιαστικά στην επιβίωση του ελληνικού έθνους, ειδικά στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αργότερα, στα 1821, η δημοτική ποίηση και μουσική (και οι δημοτικοί χοροί) εμψύχωσαν το ξεσηκωμένο γένος και βοήθησαν στη διατήρηση της αγωνιστικότητας των Ελλήνων. «Σε όλους τους μεγάλους εθνικούς αγώνες, από το ’21 έως τη Χούντα, η ελληνική μουσική στάθηκε στο πλευρό των Ελλήνων αναπτερώνοντας το ηθικό τους και σμιλεύοντας την πίστη τους στα μεγάλα ανθρώπινα ιδανικά, με πρώτο εκείνο της ελευθερίας»(130). Με λίγα λόγια, η ελληνική παραδοσιακή μουσική δεν περιορίστηκε στα όρια της πνευματικής καλλιέργειας και έκφρασης του λαού, αλλά δέθηκε με τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, όπως δενόταν και με την καθημερινή ζωή των Ελλήνων.

«Μια τέτοια μουσική, που διαδραματίζει έναν τόσο σημαντικό ρόλο στην ψυχική– κυρίως– όχι μόνο ανάπτυξη, αλλά κυριολεκτικά επιβίωση ενός λαού, μπορεί να είναι κατώτερη από οποιαδήποτε άλλη;» ρωτά ο Μίκης, για να δώσει αμέσως την απάντηση: «Ο ελληνικός λαός έδωσε, δίνει και ξαναδίνει επ' αυτού την απάντηση του. Είναι σαν να λέει: “Για μένα μουσική δεν είναι τόσο οι επιβλητικές ηχητικές κατασκευές των Ευρωπαίων, όσο σπουδαίες και μεγαλοφυείς και αν είναι, αλλά αυτή που δονεί τα έγκατα της ύπαρξης μου, που με συγκλονίζει και που με ανασταίνει κάθε φορά που την ακούω ή την τραγουδώ”. Και εδώ έχουμε ένα ακόμα στοιχείο: την ενεργητική συμμετοχή– όταν πρόκειται για ένα είδος τόσο απλό και τόσο οικείο όπως το τραγούδι, σε αντίθεση με την παθητική στάση που επιβάλλουν εκ των πραγμάτων οι συμφωνικές συνθέσεις»(132).
Διαπιστώνουμε λοιπόν, μία πρωτοφανή ταύτιση της ελληνικής μουσικής– κυρίως του τραγουδιού– με την ψυχοσύνθεση και την ηθική και πνευματική υπόσταση  του ελληνικού λαού, σε τέτοιο βαθμό που θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί ένα από τα δομικά συστατικά της ελληνικής ιδιοσυστασίας.  
Η πιο αποτρόπαια προδοσία


«Από όλες τις προδοσίες που υπέστη διαμέσου των αιώνων ο λαός μας, η πιο σιχαμερή και αποτρόπαια για μένα ήταν αυτή η προδοσία διαρκείας την οποία εφάρμοζαν καθημερινά οι λεγόμενες ηγέτιδες τάξεις από το 1830 έως τις μέρες που– έφηβος πια– μπορούσα να δω και να κρίνω», γράφει ο Μίκης στο κεφάλαιο «Ο ευρωπαϊστές και οι ελληνιστές της Μουσικής[1]». «Ποιο ήταν το βασικό χαρακτηριστικό της; Η πλήρης άγνοια και περιφρόνηση στις παραδόσεις και στις ικανότητες του ελληνικού λαού και κατά συνέπεια ο απεριόριστος θαυμασμός και επομένως και υποταγή στους πλουσίους, στους δυνατούς και δήθεν πολιτισμένους ξένους. Έτσι, με βασικό εμπνευστή και καθοδηγητή τους ισχυρούς της χώρας μας, που καλλιεργούσαν συστηματικά αυτό το εθνικό μας κόμπλεξ, πορεύτηκε η δυστυχισμένη χώρα μας σχεδόν έως σήμερα. Και νομίζω ότι τα πολιτικά σχήματα Δεξιά - Κέντρο - Αριστερά - Βενιζελικοί - Λαϊκοί - Κομουνιστές κτλ. ήρθαν για να μας μπερδέψουν και ουσιαστικά να συγκαλύψουν την πραγματικότητα, που είναι η διαρκής αντίθεση και πάλη ανάμεσα σ' αυτές τις δυο κυρίαρχες αντιλήψεις: Μαϊμουδισμός ή πρωτοτυπία. Που γεννά το ερώτημα: Οι Έλληνας είναι ικανοί να πρωτοτυπήσουν; Ή είναι καταδικασμένοι να μιμούνται και να ακολουθούν τους ξένους;

Με τη βεβαιότητα ότι είμαστε καταδικασμένοι στη μίμηση, οι δυνατοί της χώρας διαμορφώνουν σχεδόν επί δύο αιώνες τη ζωή του έθνους, οδηγώντας το στις κρίσιμες στιγμές στις ακραίες καταστροφικές συνέπειες που όλοι γνωρίζουμε πολύ καλά» (134).

Τέλος δ' μέρους
            

Αναστασία Βούλγαρη
            29 Μαΐου 2017


ΠΗΓΗ:http://anastasiavoulgari.gr